Τρεις στις τέσσερις εμπορικές επιχειρήσεις δεν κατέγραψαν αύξηση του κύκλου εργασιών τους, ενώ περισσότερο από το ένα τρίτο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων λιανικής είδε τον τζίρο του να μειώνεται. Την ίδια ώρα, οι μικρές επιχειρήσεις εμφανίζονται να δέχονται πολλαπλάσιο βάρος από το λειτουργικό κόστος, τη στενότητα ρευστότητας, τις ανατιμήσεις και τη μετατόπιση της κατανάλωσης προς τα φθηνότερα και απολύτως αναγκαία αγαθά. Η εικόνα που αναδύεται είναι σαφής: το ελληνικό εμπόριο δεν βρίσκεται απλώς σε μια περίοδο πίεσης, αλλά σε μια βαθιά φάση αναδιάρθρωσης, όπου η αντοχή δεν κατανέμεται ισότιμα.

Advertisement
Advertisement

Αυτή είναι η κεντρική διαπίστωση της 26ης Ετήσιας Έκθεσης Ελληνικού Εμπορίου 2025 της ΕΣΕΕ, η οποία παρουσιάστηκε την Τρίτη 31 Μαρτίου 2026 και αποτυπώνει με έντονο τρόπο την πραγματικότητα μιας αγοράς που αλλάζει ταχύτατα. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το εμπόριο στην Ελλάδα συνεχίζει να έχει ισχυρό οικονομικό αποτύπωμα, αλλά λειτουργεί πλέον σε ένα περιβάλλον όπου ο ψηφιακός ανταγωνισμός, οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες, η αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών και η αύξηση του λειτουργικού κόστους πιέζουν κυρίως τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Η έρευνα αναδεικνύει με ιδιαίτερη καθαρότητα αυτή τη «διπλή ταχύτητα» της αγοράς. Οι επιχειρήσεις με διπλογραφικά βιβλία καταγράφουν αύξηση του κύκλου εργασιών κατά 2,8%, ενώ οι επιχειρήσεις με απλογραφικά εμφανίζουν πτώση που προσεγγίζει το -3,6%. Με άλλα λόγια, οι μεγαλύτερες και περισσότερο οργανωμένες επιχειρήσεις καταφέρνουν, έστω οριακά, να διατηρούν αντοχές, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις συρρικνώνονται. Ακόμη πιο πιεσμένος εμφανίζεται ο χώρος της ένδυσης και της υπόδησης, όπου η καταναλωτική επιβράδυνση, η ψηφιακή μετατόπιση και ο διεθνής ανταγωνισμός επηρεάζουν άμεσα την επιβίωση των καταστημάτων.

Advertisement

Advertisement

Η πραγματικότητα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η αύξηση του συνολικού τζίρου του εμπορίου είναι σε μεγάλο βαθμό λογιστική και όχι ουσιαστική. Ο πληθωρισμός απορροφά σχεδόν ολόκληρη την ετήσια άνοδο των πωλήσεων, γεγονός που σημαίνει ότι η αγορά δεν «μεγαλώνει» πραγματικά, αλλά ακριβαίνει. Οι επιχειρήσεις, επομένως, βρίσκονται μπροστά σε ένα διπλό αδιέξοδο: αφενός οι καταναλωτές περιορίζουν τις αγορές τους, αφετέρου το κόστος λειτουργίας συνεχίζει να ανεβαίνει, αφήνοντας όλο και μικρότερα περιθώρια επιβίωσης και επενδύσεων.

Advertisement

Και όμως, παρά τις ισχυρές πιέσεις, το εμπόριο παραμένει ένας από τους πιο κρίσιμους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με την έκθεση, εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της χώρας, καλύπτοντας το 17,3% της συνολικής απασχόλησης, ενώ η συμβολή του στο ΑΕΠ φθάνει το 11%. Επιπλέον, η Ελλάδα κατατάσσεται στη 12η θέση ως προς τη συμβολή της στον κύκλο εργασιών του ευρωπαϊκού λιανικού εμπορίου ανάμεσα στις 30 χώρες της ενιαίας αγοράς. Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν ότι το εμπόριο δεν είναι απλώς ένας μεγάλος κλάδος, αλλά μια κομβική οικονομική υποδομή για την εργασία, την κατανάλωση και τη συνολική κοινωνική συνοχή.

Advertisement

Advertisement

Αυτό ακριβώς το βάρος του κλάδου είναι που καθιστά ακόμη πιο ανησυχητική την πίεση που δέχονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η έκθεση καταγράφει ότι οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τις εμπορικές επιχειρήσεις σήμερα είναι οι οικονομικές υποχρεώσεις, η έλλειψη ρευστότητας και η διαχείριση των ανατιμήσεων. Με απλά λόγια, για χιλιάδες επαγγελματίες το πρόβλημα δεν είναι μόνο η μείωση της κατανάλωσης ή η μεταβολή της αγοράς, αλλά η ίδια η καθημερινή δυνατότητα να διατηρήσουν τη λειτουργία της επιχείρησής τους.

Advertisement

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο μετασχηματισμός του εμπορίου εξελίσσεται ταυτόχρονα ως ανάγκη και ως πρόκληση. Η Ετήσια Έκθεση αναδεικνύει ότι ο τζίρος μετατοπίζεται σταδιακά από το φυσικό κατάστημα προς το ηλεκτρονικό κανάλι πωλήσεων, ενώ ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η πράσινη μετάβαση αποτελούν το βασικό δίπολο ευκαιριών και δυσκολιών για τις επιχειρήσεις. Από τη μία πλευρά, η τεχνολογία, τα ψηφιακά κανάλια και τα νέα μοντέλα πώλησης ανοίγουν δρόμους ανάπτυξης. Από την άλλη, για πολλές μικρές επιχειρήσεις αυτές οι επενδύσεις μοιάζουν πολυτέλεια, καθώς προηγείται η ανάγκη της επιβίωσης.

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, σχολιάζοντας τα ευρήματα της έκθεσης, επισήμανε ότι το ελληνικό εμπόριο βρίσκεται αντιμέτωπο με ταυτόχρονες και αλληλένδετες προκλήσεις. Όπως ανέφερε, ο τζίρος μετακινείται από το φυσικό στο ηλεκτρονικό κανάλι πωλήσεων, ενώ η αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές αναταράξεις αλλάζει καταναλωτικές συνήθειες και προτεραιότητες. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι ο ψηφιακός και ο πράσινος μετασχηματισμός παραμένουν σημαντικές ευκαιρίες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες όμως συχνά δεν μπορούν να τις αξιοποιήσουν, επειδή βρίσκονται σε διαρκή αγώνα επιβίωσης.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα του ανταγωνισμού από τις ασιατικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, κάνοντας λόγο για αθέμιτες πρακτικές που πλήττουν την εγχώρια κατανάλωση και εντείνουν τις πιέσεις στις ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις. Το πρόβλημα, όπως αναδεικνύεται και από την έκθεση, δεν αφορά μόνο τη μετατόπιση της κατανάλωσης προς το online κανάλι, αλλά και το γεγονός ότι πολλές από αυτές τις πλατφόρμες λειτουργούν με όρους που δεν είναι συγκρίσιμοι με εκείνους που αντιμετωπίζει η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση. Έτσι, ο ανταγωνισμός παύει να είναι απλώς εμπορικός και μετατρέπεται σε ζήτημα θεσμικής ισορροπίας και ρυθμιστικής δικαιοσύνης.

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ συνέδεσε, μάλιστα, την κατάσταση αυτή και με το ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής, σημειώνοντας ότι η ΕΕ εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, στην οποία η εμπορική πολιτική γίνεται περισσότερο πολιτικοποιημένη, πιο αμυντική και πιο στενά συνδεδεμένη με την οικονομική ασφάλεια και τη βιομηχανική στρατηγική. Υπογράμμισε την ανάγκη για ένα αξιόπιστο ευρωπαϊκό σχέδιο προσιτής ενέργειας, που θα εξασφαλίζει επάρκεια και ανταγωνιστικές τιμές για την παραγωγή και τη μεταποίηση, προειδοποιώντας ταυτόχρονα ότι η απάντηση στην αβεβαιότητα δεν μπορεί να είναι η περιχαράκωση και ο άκριτος προστατευτισμός.

Σε ό,τι αφορά τις διεκδικήσεις της αγοράς, η ΕΣΕΕ επανέφερε το αίτημα για ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων: ελάφρυνση των φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, κατάργηση βαρών όπως το τέλος επιτηδεύματος και η προκαταβολή φόρου, αποσύνδεση του εμπορίου από την τεκμαρτή φορολόγηση, επιβράβευση των συνεπών επιχειρήσεων και ουσιαστική ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών για τις πιο ευάλωτες επιχειρήσεις.