Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία το 2022, επιχείρησε παράλληλα να ασκήσει πίεση στην Ευρώπη περιορίζοντας τις ροές φυσικού αερίου, μετατρέποντας ουσιαστικά την ενέργεια σε γεωπολιτικό όπλο. Η πίεση αυτή εκτονώθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στην αύξηση των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με σημαντικό μέρος των φορτίων να προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε, η τότε αμερικανική κυβέρνηση υπό τον Τζο Μπάιντεν δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί τις μαζικές ευρωπαϊκές αγορές.
Σήμερα, ωστόσο, οι υπόγειες αλλά διαρκείς εντάσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών δημιουργούν ένα νέο πεδίο ανησυχίας. Η αυξημένη εξάρτηση της Ευρώπης από το αμερικανικό φυσικό αέριο ενδέχεται να μετατραπεί σε νέο μοχλό πολιτικής πίεσης, ιδίως με έναν Αμερικανό πρόεδρο που έχει αποδείξει ότι δεν διστάζει να αξιοποιεί όλα τα διαθέσιμα εργαλεία προς όφελός του.
«Αντικαταστήσαμε μία τεράστια εξάρτηση με μία άλλη», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Χένινγκ Γκλόιστεϊν, επικεφαλής ενεργειακής ανάλυσης της Eurasia Group. «Πριν από τρία χρόνια αυτό έμοιαζε λογικό. Σήμερα, δεν είναι δεδομένο».
Η ανάγκη εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας αποτελεί διαχρονική στρατηγική αδυναμία της Ευρώπης. Πριν από τον πόλεμο, το ρωσικό φυσικό αέριο αποτελούσε βασικό πυλώνα ενεργειακής τροφοδοσίας: το 2019 κάλυπτε πάνω από το ήμισυ των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ροές μέσω Ουκρανίας, Πολωνίας και Βαλτικής Θάλασσας κατέρρευσαν μετά την εισβολή, εκτοξεύοντας τις τιμές και ασκώντας ασφυκτικές πιέσεις σε καταναλωτές, βιομηχανία και κυβερνήσεις.
Τότε παρενέβησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δεξαμενόπλοια φορτωμένα με LNG από αμερικανικούς τερματικούς σταθμούς κατέκλυσαν ευρωπαϊκά λιμάνια – κυρίως στην Ολλανδία, τη Γαλλία και το Βέλγιο – συμβάλλοντας τόσο στην αντικατάσταση του ρωσικού καυσίμου όσο και στην αποκλιμάκωση των αγορών.
Μέχρι τα τέλη του 2019, οι ΗΠΑ κάλυπταν μόλις το 5% των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου. Έκτοτε, το μερίδιό τους αυξήθηκε θεαματικά, ξεπερνώντας το 25% το 2025.
Ροές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σωτήριες, σήμερα προκαλούν ανησυχία. Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι αντιμετωπίζει το εμπόριο ως εργαλείο άσκησης πίεσης, όπως φάνηκε και από πρωτοβουλίες που προκάλεσαν έντονες διεθνείς αντιδράσεις.
Στην Ευρώπη αυξάνεται ο φόβος ότι η ισχυρή θέση των ΗΠΑ στον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο εξαναγκασμού. Η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση έχει ενθαρρύνει αυτή την εξάρτηση, πιέζοντας την ΕΕ να αυξήσει τις εισαγωγές LNG στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας του περασμένου έτους. Σύμφωνα με το Bruegel, το 2025 οι ευρωπαϊκές εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά περίπου 60% σε ετήσια βάση.
Παρά τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η Ευρώπη εξακολουθεί να χρειάζεται φυσικό αέριο για θέρμανση και βιομηχανική χρήση, ενώ η εγχώρια παραγωγή μειώνεται καθώς τα κοιτάσματα εξαντλούνται και χώρες όπως η Βρετανία αποθαρρύνουν νέες γεωτρήσεις.
Οι εναλλακτικές επιλογές είναι περιορισμένες. Οι εισαγωγές ρωσικού αερίου έχουν περιοριστεί στο περίπου 12%, ενώ η Νορβηγία καλύπτει σχεδόν το 30% των αναγκών της ΕΕ. Οι ΗΠΑ, ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας LNG παγκοσμίως, αποτελούν φυσικό προμηθευτή, ιδίως καθώς η Κίνα έχει περιορίσει τις αγορές αμερικανικού καυσίμου λόγω δασμών.
Μια πιθανή ανακούφιση για την Ευρώπη θα μπορούσε να προέλθει από την αναμενόμενη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς τα επόμενα χρόνια, η οποία ενδέχεται να πιέσει τις τιμές. Ωστόσο, ακόμη και η συζήτηση περί επιβολής εξαγωγικών φόρων ή ανακατεύθυνσης φορτίων από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος για την ευρωπαϊκή αγορά.
Την ίδια στιγμή, οι πρόσφατες εξελίξεις στις ΗΠΑ – με ακραία καιρικά φαινόμενα να περιορίζουν την παραγωγή και να εκτοξεύουν τις τιμές φυσικού αερίου – υπογραμμίζουν πόσο άμεσα συνδέονται οι παγκόσμιες αγορές. Οι αυξήσεις αυτές αναμένεται αναπόφευκτα να επηρεάσουν και τις τιμές πώλησης προς τρίτους, όπως η Ευρώπη.
Σε ένα περιβάλλον όπου η ήπειρος πιέζεται τόσο από ανατολικά όσο και από δυτικά, το ενεργειακό ζήτημα παραμένει κεντρικός γεωπολιτικός και οικονομικός κίνδυνος – με επιλογές που υπάρχουν, αλλά απαιτούν πολιτική βούληση, επενδύσεις και δύσκολες αποφάσεις.
Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία το 2022, επιχείρησε παράλληλα να ασκήσει πίεση στην Ευρώπη περιορίζοντας τις ροές φυσικού αερίου, μετατρέποντας ουσιαστικά την ενέργεια σε γεωπολιτικό όπλο. Η πίεση αυτή εκτονώθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στην αύξηση των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), με σημαντικό μέρος των φορτίων να προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλωστε, η τότε αμερικανική κυβέρνηση υπό τον Τζο Μπάιντεν δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί τις μαζικές ευρωπαϊκές αγορές.
Σήμερα, ωστόσο, οι υπόγειες αλλά διαρκείς εντάσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Βρυξελλών δημιουργούν ένα νέο πεδίο ανησυχίας. Η αυξημένη εξάρτηση της Ευρώπης από το αμερικανικό φυσικό αέριο ενδέχεται να μετατραπεί σε νέο μοχλό πολιτικής πίεσης, ιδίως με έναν Αμερικανό πρόεδρο που έχει αποδείξει ότι δεν διστάζει να αξιοποιεί όλα τα διαθέσιμα εργαλεία προς όφελός του.
«Αντικαταστήσαμε μία τεράστια εξάρτηση με μία άλλη», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Χένινγκ Γκλόιστεϊν, επικεφαλής ενεργειακής ανάλυσης της Eurasia Group. «Πριν από τρία χρόνια αυτό έμοιαζε λογικό. Σήμερα, δεν είναι δεδομένο».
Η ανάγκη εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων ενέργειας αποτελεί διαχρονική στρατηγική αδυναμία της Ευρώπης. Πριν από τον πόλεμο, το ρωσικό φυσικό αέριο αποτελούσε βασικό πυλώνα ενεργειακής τροφοδοσίας: το 2019 κάλυπτε πάνω από το ήμισυ των εισαγωγών φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ροές μέσω Ουκρανίας, Πολωνίας και Βαλτικής Θάλασσας κατέρρευσαν μετά την εισβολή, εκτοξεύοντας τις τιμές και ασκώντας ασφυκτικές πιέσεις σε καταναλωτές, βιομηχανία και κυβερνήσεις.
Τότε παρενέβησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δεξαμενόπλοια φορτωμένα με LNG από αμερικανικούς τερματικούς σταθμούς κατέκλυσαν ευρωπαϊκά λιμάνια – κυρίως στην Ολλανδία, τη Γαλλία και το Βέλγιο – συμβάλλοντας τόσο στην αντικατάσταση του ρωσικού καυσίμου όσο και στην αποκλιμάκωση των αγορών.
Μέχρι τα τέλη του 2019, οι ΗΠΑ κάλυπταν μόλις το 5% των ευρωπαϊκών εισαγωγών φυσικού αερίου. Έκτοτε, το μερίδιό τους αυξήθηκε θεαματικά, ξεπερνώντας το 25% το 2025.
Ροές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σωτήριες, σήμερα προκαλούν ανησυχία. Από την έναρξη της δεύτερης θητείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι αντιμετωπίζει το εμπόριο ως εργαλείο άσκησης πίεσης, όπως φάνηκε και από πρωτοβουλίες που προκάλεσαν έντονες διεθνείς αντιδράσεις.
Στην Ευρώπη αυξάνεται ο φόβος ότι η ισχυρή θέση των ΗΠΑ στον κλάδο πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο εξαναγκασμού. Η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση έχει ενθαρρύνει αυτή την εξάρτηση, πιέζοντας την ΕΕ να αυξήσει τις εισαγωγές LNG στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας του περασμένου έτους. Σύμφωνα με το Bruegel, το 2025 οι ευρωπαϊκές εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά περίπου 60% σε ετήσια βάση.
Παρά τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η Ευρώπη εξακολουθεί να χρειάζεται φυσικό αέριο για θέρμανση και βιομηχανική χρήση, ενώ η εγχώρια παραγωγή μειώνεται καθώς τα κοιτάσματα εξαντλούνται και χώρες όπως η Βρετανία αποθαρρύνουν νέες γεωτρήσεις.
Οι εναλλακτικές επιλογές είναι περιορισμένες. Οι εισαγωγές ρωσικού αερίου έχουν περιοριστεί στο περίπου 12%, ενώ η Νορβηγία καλύπτει σχεδόν το 30% των αναγκών της ΕΕ. Οι ΗΠΑ, ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας LNG παγκοσμίως, αποτελούν φυσικό προμηθευτή, ιδίως καθώς η Κίνα έχει περιορίσει τις αγορές αμερικανικού καυσίμου λόγω δασμών.
Μια πιθανή ανακούφιση για την Ευρώπη θα μπορούσε να προέλθει από την αναμενόμενη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς τα επόμενα χρόνια, η οποία ενδέχεται να πιέσει τις τιμές. Ωστόσο, ακόμη και η συζήτηση περί επιβολής εξαγωγικών φόρων ή ανακατεύθυνσης φορτίων από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος για την ευρωπαϊκή αγορά.
Την ίδια στιγμή, οι πρόσφατες εξελίξεις στις ΗΠΑ – με ακραία καιρικά φαινόμενα να περιορίζουν την παραγωγή και να εκτοξεύουν τις τιμές φυσικού αερίου – υπογραμμίζουν πόσο άμεσα συνδέονται οι παγκόσμιες αγορές. Οι αυξήσεις αυτές αναμένεται αναπόφευκτα να επηρεάσουν και τις τιμές πώλησης προς τρίτους, όπως η Ευρώπη.
Σε ένα περιβάλλον όπου η ήπειρος πιέζεται τόσο από ανατολικά όσο και από δυτικά, το ενεργειακό ζήτημα παραμένει κεντρικός γεωπολιτικός και οικονομικός κίνδυνος – με επιλογές που υπάρχουν, αλλά απαιτούν πολιτική βούληση, επενδύσεις και δύσκολες αποφάσεις.