Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Στις γεννιές των παπούδων μας, η έννοια της αποταμίευσης ήταν βαθιά ριζωμένη στην νοοτροπία των Ελλήνων. Τη δεκαετία του ΄80 και του ΄90 υπήρχαν οι περίφημες διαφημίσεις στην τηλεόραση, με τους κουμπαράδες, που προσπαθούσαν να περάσουν το μήνυμα ότι «η αποταμίευση είναι αξιοπρέπεια».

Από τότε μέχρι σήμερα, η εικόνα των ελληνικών νοικοκυριών έχει αλλάξει ριζικά. Η οικονομική κρίση εξαφάνισε το μεγαλύτερο – αν όχι όλο- μέρος των όποιων αποταμιεύσεων είχαν οι Έλληνες και άφησε πίσω της μια νέα αντίληψη ότι «η ζωή είναι μικρή και πρέπει να τη ζεις μέχρι την τελευταία δεκάρα».

Advertisement
Advertisement

Όπως τα μεταπολεμικά σύνδρομα, έτσι και τα μετά μνημονικά, έχουν αφήσει τα σημάδια τους στις νέες γενιές Ελλήνων οι οποίοι ξοδεύουν περισσότερα από όσα κερδίζουν.

Στο συμπέρασμα αυτό, κατέληξε ευρωπαϊκή έρευνα που παρουσίασε το Euronews, για τα ποσοστά αποταμίευσης των νοικοκυριών στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να αποτελεί ξανά περίπτωση προς εξέταση.

Οι άνθρωποι αποταμιεύουν για διάφορους λόγους: για να δημιουργήσουν πλούτο ή για να έχουν χρήματα για μια δύσκολη στιγμή. Η μελέτη αυτή αποκάλυψε, ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των Ευρωπαίων αποταμιεύουν για προληπτικούς λόγους κυρίως για τα χρόνια της συνταξιοδότησής τους, αποκαλύπτοντας την αδυναμία των ασφαλιστικών ταμείων να προσφέρουν ικανοποιητικές παροχές.

Ποιοι Ευρωπαίοι αποταμιεύουν

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, τα καθαρά ποσοστά αποταμίευσης των νοικοκυριών ποικίλλουν σημαντικά σε όλη την Ευρώπη. Το 2024 και το 2025, κυμαίνονται από -9,3% στην Ελλάδα έως 14,7% στη Σουηδία και την Ουγγαρία, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 8,1%.

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα σε αρνητικό έδαφος. Αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά ξόδεψαν περισσότερα από το καθαρό διαθέσιμο εισόδημά τους, είτε αντλώντας από συσσωρευμένες αποταμιεύσεις είτε δανειζόμενοι για να χρηματοδοτήσουν τις δαπάνες τους.

Αντίθετα, στην Ουγγαρία και τη Σουηδία, το καθαρό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών υπερβαίνει το 10%, στην Τσεχία το 13,7%, στη Γαλλία το 12,8%, στη Γερμανία το 10,3% και στην Ολλανδία το 10,2%. Ακόμη και χώρες που αντιμετώπισαν οικονομικές κρίσεις όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία οι αποταμιεύσεις του είναι 9,2% και 9% αντίστοιχα και παραμένουν πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Advertisement

Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία είναι οι μεγάλες οικονομίες με τα χαμηλότερα ποσοστά αποταμίευσης, με 4,7% και 3,2% αντίστοιχα ενώ η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία έχουν υψηλότερα ποσοστά αποταμίευσης από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Στη Λετονία, το ποσοστό είναι μηδενικό — που σημαίνει ότι τα νοικοκυριά ξοδεύουν κάθε δεκάρα του εισοδήματός τους ενώ η Σλοβακία (2%), η Εσθονία (3%), η Πορτογαλία (3,4%) και η Λιθουανία (3,8%) βρίσκονται όλες κάτω από το 4%.

«Απείθαρχοι» ως προς την αποταμίευση είναι και δύο σκανδιναβικές χώρες που βρίσκονται επίσης κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, η ​​η Δανία (7,5%) και η Φινλανδία (4,4%).

Advertisement

Ο ελληνικής καταγωγής Μιχάλης Χαλιάσος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Goethe της Φρανκφούρτης μιλώντας στο Euronews Business υποστήριξε πως «ο υπολογισμός των ποσοστών αποταμίευσης των νοικοκυριών είναι πολύ δύσκολος και η σύγκριση μεταξύ των εθνών είναι ακόμη πιο δύσκολη».

Το εισόδημα μεταβάλλεται σημαντικά από χώρα σε χώρα ανάλογα με το ύψος της φορολογίας και την έλλειψη εμπιστοσύνης στις τράπεζες για να επιλέξει κανείς να κάνει καταθέσεις. Επίσης, δύσκολη να καταγραφεί είναι και η κατανάλωση που κάνει κάθε λαός.

Η μοναδική περίπτωση της Ελλάδας

Ο Χαλιάσος σημείωσε ότι η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό νοικοκυριών με κατανάλωση πάνω από το εισόδημα στην ΕΕ στο αποκορύφωμα της κρίσης δημόσιου χρέους της το 2015, και το δεύτερο υψηλότερο μετά τη Ρουμανία, ακόμη και γύρω στο 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, όταν οι ευκαιρίες κατανάλωσης μειώθηκαν δραματικά.

Advertisement

Το ποσοστό αποταμίευσης της Ελλάδας ήταν ως επί το πλείστον θετικό στις αρχές της δεκαετίας του 2000, αν και έπεσε για λίγο κάτω από το μηδέν σε κάποιες περιπτώσεις.

Τα πράγματα άλλαξαν απότομα από το 2010, καθώς η κρίση χρέους ώθησε το ποσοστό σε αρνητικά νούμερα, φτάνοντας στο χαμηλότερο σημείο του στο -16,5% το 2013. Από τότε, δεν ανέκαμψε ποτέ πραγματικά.

Αφού υποχώρησε κοντά στο μηδέν το 2021, μειώθηκε ξανά στο -12,2% το 2022 και έκτοτε παρέμεινε περίπου στο -9%.

Advertisement

Ο μέσος όρος της ΕΕ αντίθετα, είναι σε γενικές γραμμές σταθερός κατά την ίδια περίοδο, με μια απότομη αύξηση στο 12,4% το 2020, καθώς στη διάρκεια των lockdown λόγω πανδημίας τα νοικοκυριά ξόδεψαν πολύ λιγότερα.

Advertisement

Η Ελλάδα ήταν μία από τις χώρες της ΕΕ το 2024, όπου το μέσο επίπεδο του προσαρμοσμένου ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατά κεφαλήν ήταν περισσότερο από 20,0% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, σύμφωνα με την Eurostat.

«Βασικοί παράγοντες που καθορίζουν το ποσοστό αποταμίευσης είναι η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού και ο τρόπος που αντιδρά στις κρίσεις που προκύπτουν. Επίσης, το πόσο γενναιόδωρο είναι το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για τους συνταξιούχους και υγειονομικής περίθαλψης» ανέφερε ο Χαλιάσος.

Και φυσικά το μεγάλο ερώτημα αναφορικά με την Ελλάδα είναι πως τα ποσοστά αποταμίευσης είναι τόσο χαμηλά, όταν οι συντάξεις είναι στα όρια της πείνας και το Εθνικό Σύστημα Υγείας δυσκολεύεται να απαλλαχθεί από «φακελάκια» και «ρουσφέτια».

Advertisement