Η Ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική εισέρχεται ξανά σε τροχιά σύσφιξης, με τις αγορές να προεξοφλούν ότι στη διήμερη συνεδρίαση της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 10 και 11 Ιουνίου θα ληφθεί η επόμενη απόφαση για αύξηση επιτοκίων. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κίνηση αυτή θεωρείται ουσιαστικά δεδομένη, καθώς ο πληθωρισμός παραμένει επίμονος, ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών.
Η αγορά ήδη προεξοφλεί ένα βασικό σενάριο με τρεις αυξήσεις επιτοκίων κατά 0,25% η καθεμία, δηλαδή συνολική επιβάρυνση 0,75%. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μεταφράζεται άμεσα σε ακριβότερα δάνεια και μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα για τα νοικοκυριά.
Η επιλογή αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ουσιαστικά σημαίνει «μάζεμα χρήματος» από την αγορά. Το κόστος δανεισμού ανεβαίνει, η ρευστότητα περιορίζεται και το χρήμα γίνεται πιο δυσεύρετο. Για τα νοικοκυριά, αυτό μεταφράζεται κυρίως σε επιβάρυνση και όχι σε όφελος, καθώς η πλειονότητα δεν διαθέτει σημαντικές καταθέσεις για να επωφεληθεί από υψηλότερα επιτόκια αποταμίευσης, ενώ αντίθετα βλέπει τις δόσεις δανείων να αυξάνονται και το διαθέσιμο εισόδημα να μειώνεται. Ταυτόχρονα, πλήττεται και η αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, καθώς οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ακριβότερη χρηματοδότηση, αναβάλλουν επενδύσεις και περιορίζουν την επέκτασή τους. Έτσι, η αύξηση επιτοκίων λειτουργεί ως «φρένο» τόσο στην κατανάλωση όσο και στην ανάπτυξη, με άμεσο αποτύπωμα στην καθημερινότητα της οικονομίας.
Γιατί αυξάνονται τα επιτόκια;
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εντείνουν την αβεβαιότητα, διατηρώντας τις τιμές της ενέργειας και των μεταφορών σε αυξημένα επίπεδα και δυσκολεύοντας την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιστρέφει στη στρατηγική των υψηλών επιτοκίων, επιδιώκοντας να συγκρατήσει τη ζήτηση και να επαναφέρει τον πληθωρισμό προς τον στόχο του 2%. Ωστόσο, αυτή η πολιτική δημιουργεί μια λεπτή ισορροπία, από τη μία πλευρά επιχειρεί να τιθασεύσει τις ανατιμήσεις, από την άλλη μεταφέρει το βάρος προσαρμογής κυρίως στα νοικοκυριά και στην πραγματική οικονομία. Έτσι, η συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου δεν αφορά μόνο τις αγορές και τις τράπεζες, αλλά μεταφράζεται άμεσα σε πραγματικό κόστος για την καθημερινότητα των πολιτών.
Τι σημαίνει για όσους έχουν δάνειο με κυμαινόμενο επιτόκιο;
Στην πράξη, οι επιπτώσεις γίνονται ιδιαίτερα αισθητές σε όσους έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο. Για παράδειγμα, σε ένα στεγαστικό δάνειο 150.000 ευρώ με διάρκεια 25 ετών και αρχική μηνιαία δόση περίπου 711 ευρώ (με επιτόκιο 3%), με την πρώτη αύξηση στο 3,25% η δόση ανεβαίνει περίπου στα 731 ευρώ, με τη δεύτερη στο 3,50% φτάνει τα 751 ευρώ και με την τρίτη στο 3,75% διαμορφώνεται κοντά στα 772 ευρώ. Συνολικά, η επιβάρυνση φτάνει περίπου τα 61 ευρώ τον μήνα, δηλαδή πάνω από 700 ευρώ σε ετήσια βάση.
Αντίστοιχη, αν και μικρότερη, είναι η επίδραση σε ένα καταναλωτικό δάνειο 10.000 ευρώ με διάρκεια 5 ετών. Με αρχικό επιτόκιο 8%, η μηνιαία δόση διαμορφώνεται περίπου στα 203 ευρώ. Μετά από τρεις διαδοχικές αυξήσεις (8,25%, 8,50% και 8,75%), η δόση φτάνει περίπου τα 209 ευρώ, δηλαδή μια επιβάρυνση της τάξης των 6 ευρώ τον μήνα ή περίπου 70 ευρώ τον χρόνο.
Ανάλογα διαμορφώνοται οι επιβαρύνσεις και για ένα επιχειρηματικό δάνειο.