Ξεκινά ένας νέος αγώνας δρόμου από την πλευρά της κυβέρνησης, με στόχο να πάρει ανάσα η αγορά των ακινήτων και να ανακοπεί η συνεχής άνοδος των ενοικίων. Το στεγαστικό πρόβλημα έχει εξελιχθεί σε κεντρικό κοινωνικό ζήτημα, με την πίεση να είναι εντονότερη στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις πόλεις με πανεπιστήμια, όπου η ζήτηση για φοιτητική στέγη ξεπερνά σταθερά την προσφορά.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, οι τιμές των ενοικίων σε ορισμένες περιοχές αυξήθηκαν έως και πάνω από 40%, ενώ το κόστος στέγασης απορροφά πλέον δυσανάλογο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος. Το αποτέλεσμα είναι ένα αδιέξοδο για χιλιάδες ενοικιαστές, αλλά και για νέους που αδυνατούν να κάνουν το επόμενο βήμα προς την ιδιοκατοίκηση.
Στεγαστικό: Σε αδιέξοδο εκατοντάδες χιλιάδες ενοικιαστές
Σε αυτό το περιβάλλον, ασκείται έντονη κριτική στην κυβέρνηση ότι τα μέχρι σήμερα μέτρα, όπως τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ», ενίσχυσαν μεν τη ζήτηση, χωρίς όμως να αυξήσουν επαρκώς την προσφορά, με αποτέλεσμα να συμβάλουν –έστω έμμεσα– στη διατήρηση υψηλών τιμών. Η κυβέρνηση απαντά ότι η στεγαστική κρίση δεν είναι ελληνική ιδιομορφία αλλά πανευρωπαϊκό φαινόμενο και ότι, για πρώτη φορά, εφαρμόζεται ένα συνεκτικό σχέδιο 43 μέτρων, συνολικού ύψους περίπου 7 δισ. ευρώ, που στοχεύει ταυτόχρονα στη ζήτηση και –κυρίως– στην προσφορά κατοικιών.
Στο σκέλος της ζήτησης, τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι και ΙΙ» έχουν επιτρέψει σε περισσότερους από 20.000 νέους και νέες οικογένειες να αποκτήσουν κατοικία με δόση χαμηλότερη από το ενοίκιο, ενώ η επιστροφή ενός ενοικίου ετησίως στηρίζει περίπου ένα εκατομμύριο νοικοκυριά. Ωστόσο, το μεγάλο στοίχημα παραμένει η αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος.
Σε αυτό ακριβώς το πεδίο εντάσσονται οι έξι νέες παρεμβάσεις που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός, με στόχο να αυξηθεί γρήγορα και μετρήσιμα η προσφορά κατοικιών στην αγορά.
Πρώτον, θεσπίζεται ένα νέο, ενισχυμένο πρόγραμμα ανακαίνισης κλειστών και παλαιών κατοικιών. Η επιδότηση φτάνει έως το 90% και μέχρι το ποσό των 36.000 ευρώ, με στόχο να ενεργοποιηθούν χιλιάδες ακίνητα που σήμερα παραμένουν εκτός αγοράς. Η διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων επιτρέπει τη συμμετοχή όχι μόνο χαμηλόμισθων, αλλά και μεσαίων νοικοκυριών, αυξάνοντας τις πιθανότητες μαζικής επαναφοράς κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση.
Δεύτερον, προβλέπεται επιστροφή δύο ενοικίων τον χρόνο για δημόσιους λειτουργούς που υπηρετούν στην περιφέρεια, όπως εκπαιδευτικοί, γιατροί και νοσηλευτές. Το μέτρο στοχεύει στην ανακούφιση των εργαζομένων που μετακινούνται σε περιοχές με οξύ στεγαστικό πρόβλημα, αλλά και στη διασφάλιση της στελέχωσης κρίσιμων υπηρεσιών.
Τρίτον, ενισχύεται ο ρόλος των δήμων και των περιφερειών, οι οποίοι αποκτούν τη δυνατότητα να αναβαθμίζουν δημοτικά ή κρατικά κτίρια και να τα μετατρέπουν σε κατοικίες για δημόσιους υπαλλήλους ή κοινωνικές ομάδες. Το 1,5% των περιφερειακών προγραμμάτων δεσμεύεται αποκλειστικά για δράσεις στέγασης, δημιουργώντας έναν σταθερό χρηματοδοτικό μηχανισμό.
Η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα κριθεί στην πράξη
Τέταρτον, αυστηροποιείται περαιτέρω το πλαίσιο για τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, ιδιαίτερα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Στόχος είναι περισσότερα ακίνητα να επιστρέψουν στη μακροχρόνια αγορά, ενώ η αυτόματη διαγραφή από το μητρώο σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτου λειτουργεί αποτρεπτικά για τη διαρκή «αφαίρεση» κατοικιών από την αγορά ενοικίου.
Πέμπτον, θεσπίζονται φορολογικά κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις στην προσιτή κατοικία. Εταιρείες που κατασκευάζουν ή μετατρέπουν κτίρια αποκλειστικά για μίσθωση δεκαετίας θα μπορούν να εκπέσουν τα μισθώματα από τον φόρο εισοδήματος, μια παρέμβαση που φέρνει την Ελλάδα πιο κοντά στα ευρωπαϊκά μοντέλα κοινωνικής κατοικίας.
Έκτον, προωθείται νέα πολεοδομική ρύθμιση από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, που επιτρέπει την ταχεία μετατροπή υφιστάμενων μη οικιστικών ακινήτων –όπως παλιές βιομηχανικές εγκαταστάσεις ή γραφεία– σε κατοικίες. Πρόκειται για μέτρο άμεσης απόδοσης, καθώς μπορεί να απελευθερώσει γρήγορα νέο απόθεμα, χωρίς να απαιτούνται νέες οικοδομές.
Παράλληλα, σε πιο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η κοινωνική αντιπαροχή και η αξιοποίηση ανενεργών στρατοπέδων παραμένουν κεντρικά εργαλεία. Αν και πρόκειται για σύνθετες παρεμβάσεις με μεγαλύτερο χρόνο ωρίμανσης, η κυβέρνηση εκτιμά ότι από το 2027 θα αρχίσουν να εμφανίζονται οι πρώτες νέες κοινωνικές κατοικίες, με τουλάχιστον το 30% να διατίθεται με προσιτό μίσθωμα.
Το αν όλα αυτά θα καταφέρουν να ανατρέψουν μια κρίση που έχει ήδη παγιωθεί, μένει να αποδειχθεί στην πράξη. Το στεγαστικό δεν λύνεται με μία κίνηση ούτε σε σύντομο χρόνο. Ωστόσο, η επιτυχία ή η αποτυχία των νέων προγραμμάτων θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν το βάρος για τους ενοικιαστές θα μειωθεί και αν το όνειρο της απόκτησης κατοικίας θα γίνει ξανά πιο ρεαλιστικό για χιλιάδες νοικοκυριά.