Ήταν Οκτώβριος του 1971. Η Ελλάδα ζούσε στον τέταρτο χρόνο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, με τη λογοκρισία, τις παρακολουθήσεις και τις διώξεις αντιφρονούντων να αποτελούν μέρος της καθημερινότητας.
Μια νεαρή Βρετανίδα δημοσιογράφος, η Αν Ντόροθι Τσάπμαν, έφτασε στην Ελλάδα για ένα ταξίδι που επισήμως συνδεόταν με το τουριστικό ρεπορτάζ. Λίγες ημέρες αργότερα θα βρισκόταν νεκρή στο Καβούρι.
Πενήντα πέντε χρόνια μετά, η υπόθεσή της εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα. Παρότι υπήρξε καταδίκη για τη δολοφονία, οι αντιφάσεις της έρευνας και οι μεταγενέστερες αποκαλύψεις δεν επέτρεψαν να δοθεί μια καθολικά αποδεκτή απάντηση για τις πραγματικές συνθήκες του εγκλήματος.
Το ταξίδι στην Ελλάδα και η Αμαλία Φλέμινγκ
Η Τσάπμαν είχε γεννηθεί το 1946 και δραστηριοποιούνταν στη δημοσιογραφία στο Λονδίνο.
Στις 11 Οκτωβρίου 1971 έφτασε στην Κέρκυρα μαζί με ομάδα ταξιδιωτικών πρακτόρων. Στις 14 Οκτωβρίου βρισκόταν στην Αθήνα, όπου συνέχισε τις επαγγελματικές επαφές της.
Όμως το ενδιαφέρον της δεν περιοριζόταν ενδεχομένως στον ελληνικό τουρισμό.
Σύμφωνα με αφιέρωμα του Αρχείου της ΕΡΤ, η Τσάπμαν είχε ταξιδέψει στην Ελλάδα με σκοπό να πάρει συνέντευξη από την κρατούμενη αντιστασιακή Αμαλία Φλέμινγκ και άλλους ανθρώπους που αντιστέκονταν στη δικτατορία.
Η ίδια φέρεται να είχε μιλήσει στους γονείς της για μια σημαντική δημοσιογραφική ιστορία, χωρίς να αποκαλύψει πλήρως το περιεχόμενό της.
Η τελευταία νύχτα και το μακάβριο εύρημα
Στις 15 Οκτωβρίου 1971 χάθηκαν τα ίχνη της.
Τρεις ημέρες αργότερα, στις 18 Οκτωβρίου, ένα ζευγάρι που βρισκόταν στην περιοχή του Καβουρίου εντόπισε τη σορό της σε υπαίθριο χώρο, κοντά στη στάση του Αγίου Νικολάου.
Η δημοσιογράφος είχε υποστεί βίαιη επίθεση. Στο σώμα της υπήρχαν ίχνη κακοποίησης και στραγγαλισμού, ενώ αναφέρθηκε ότι τα άκρα της ήταν δεμένα με σύρμα.
Η ιατροδικαστική έρευνα τοποθέτησε τον θάνατό της στη νύχτα της 15ης Οκτωβρίου. Στοιχεία της υπόθεσης δημιούργησαν επίσης ερωτήματα για το εάν η σορός είχε μετακινηθεί και εάν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότερα από ένα πρόσωπα.
Ο άνθρωπος που ομολόγησε και στη συνέχεια ανακάλεσε
Στις 26 Αυγούστου 1972 συνελήφθη ο Νίκος Μουντής, δεσμοφύλακας, ο οποίος κατηγορήθηκε για τη δολοφονία.
Αρχικά ομολόγησε. Λίγες ημέρες αργότερα όμως ανακάλεσε την ομολογία του, υποστηρίζοντας ότι είχε δεχθεί πιέσεις.
Τον Απρίλιο του 1973 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Αποφυλακίστηκε τον Δεκέμβριο του 1983, ύστερα από απονομή χάριτος.
Ο ίδιος ισχυρίστηκε αργότερα ότι άνθρωποι της δικτατορίας τού είχαν υποσχεθεί τρία εκατομμύρια δραχμές για να αναλάβει την ευθύνη της δολοφονίας. Ο ισχυρισμός αυτός καταγράφηκε και σε τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ, χωρίς ωστόσο να αποτελεί από μόνος του απόδειξη για την πραγματική ταυτότητα των δραστών.
Οι μυστικές υπηρεσίες, η CIA και το Κυπριακό
Η υπόθεση απέκτησε με τα χρόνια και μια δεύτερη, πολιτική διάσταση.
Δημοσιεύματα και έρευνες συνέδεσαν τη δολοφονία με πιθανές δραστηριότητες μυστικών υπηρεσιών, την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, ακόμη και με το Κυπριακό.
Καμία από αυτές τις εκδοχές, ωστόσο, δεν έχει αποδειχθεί με επαρκή δημόσια τεκμηρίωση.
Η υπόθεση έφτασε ακόμη και στη Βουλή των Κοινοτήτων. Στις 27 Ιουλίου 1978 Βρετανός βουλευτής ζήτησε από την κυβέρνηση να εξετάσει το ενδεχόμενο νέας διερεύνησης, αναφερόμενος σε πληροφορίες για αμερικανικά αμυντικά έγγραφα που φέρεται να είχε στην κατοχή της η δημοσιογράφος.
Η βρετανική κυβέρνηση απάντησε ότι η διερεύνηση αποτελούσε αρμοδιότητα των ελληνικών δικαστικών αρχών.
Ο πατέρας που δεν σταμάτησε να αναζητά την αλήθεια
Ο πατέρας της, Έντουαρντ Τσάπμαν, δεν αποδέχθηκε εύκολα την επίσημη εκδοχή.
Επί χρόνια προσπάθησε να συγκεντρώσει στοιχεία, να εντοπίσει αντιφάσεις και να επιτύχει νέα διερεύνηση.
Το 1976 η υπόθεση επανεξετάστηκε και βρετανική ιατροδικαστική εκτίμηση υποστήριξε ότι στο έγκλημα πιθανόν είχαν συμμετάσχει δύο πρόσωπα.
Η εκτίμηση αυτή ενίσχυσε τις αμφιβολίες για το εάν η καταδίκη του Μουντή είχε αποτυπώσει ολόκληρη την αλήθεια.
Μια δολοφονία που έγινε και κινηματογραφική ταινία
Το 1974 κυκλοφόρησε η ελληνική ταινία «Έγκλημα στο Καβούρι», εμπνευσμένη από την υπόθεση.
Η ιστορία της Βρετανίδας δημοσιογράφου είχε ήδη αποκτήσει διαστάσεις αστυνομικού και πολιτικού θρίλερ, ενώ τα ερωτήματα για τη δολοφονία της συνέχισαν να απασχολούν δημοσιογράφους και ερευνητές.
Το 1983 η τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ «15 Βήματα», με παρουσιαστή τον Γιώργο Δουατζή, επέστρεψε στην υπόθεση και κατέγραψε δηλώσεις του ίδιου του Νίκου Μουντή.
Πενήντα πέντε χρόνια μετά, τα ερωτήματα παραμένουν
Ποιο ήταν το πραγματικό αντικείμενο της δημοσιογραφικής έρευνας της Τσάπμαν; Ποιον επρόκειτο να συναντήσει; Γιατί δολοφονήθηκε; Ήταν ένα έγκλημα με προσωπικό κίνητρο ή υπήρχε πολιτική διάσταση;