Μια υπόθεση που για χρόνια κινούνταν ανάμεσα σε αγωγές, αμφισβητούμενες διαθήκες και βαριές καταγγελίες, επιστρέφει τώρα στο επίκεντρο με νέα ποινική διάσταση. Ο Μιχάλης Δαρδανελιώτης και η συμβολαιογράφος που φέρεται να συνέταξε τη δημόσια διαθήκη της 92χρονης γυναίκας από το Κολωνάκι αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους, ενώ η Δικαιοσύνη συνεχίζει να εξετάζει μια υπόθεση που αφορά περιουσία άνω του 1 εκατ. ευρώ και έχει ήδη αφήσει πίσω της σοβαρά δικαστικά ευρήματα.
Η νέα εξέλιξη ήρθε σήμερα το πρωί (της Τρίτης 10 Μαρτίου 2026), όταν οι δύο κατηγορούμενοι απολογήθηκαν ενώπιον ανακριτή. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ανακριτής και εισαγγελέας αποφάσισαν να μην προχωρήσουν στην προφυλάκισή τους, επιβάλλοντας όμως περιοριστικούς όρους: χρηματική εγγύηση και υποχρεωτική εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους. Σε βάρος του Δαρδανελιώτη αποδίδονται, κατά τις ίδιες πληροφορίες, κατηγορίες για πλαστογραφία και ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση, με επίδικο την εγκατάσταση ως κληρονόμου της ΑΜΚΕ «Αλυσίδα Ελπίδας Ατόμων με Νεοπλασματικές Ασθένειες – Chain of Hope». Η συμβολαιογράφος κατηγορείται για πράξεις που σχετίζονται με τη σύνταξη της διαθήκης, η οποία έχει ήδη κριθεί πλαστή από τα πολιτικά δικαστήρια.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η περιουσία της 92χρονης Ρ.Τ., η οποία πέθανε τον Αύγουστο του 2019. Η περιουσία της, σύμφωνα με τα δικαστικά στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί το 2024, περιλάμβανε πολυτελές διαμέρισμα στο Κολωνάκι, χρυσές λίρες και επενδυτικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, με συνολική αξία που ξεπερνούσε το 1 εκατ. ευρώ. Η γυναίκα ήταν άγαμη και χωρίς παιδιά και, κατά την πλευρά των εναγόντων, διατηρούσε στενό σχεδόν οικογενειακό δεσμό με τους ανθρώπους που εμφανίζονταν ως νόμιμοι κληρονόμοι της μέσω ιδιόγραφης διαθήκης.
Εκεί ακριβώς άρχισε να χτίζεται ο πυρήνας της δικαστικής σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά, οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι υπήρχε ιδιόγραφη διαθήκη της 92χρονης, η οποία είχε επικυρωθεί από το Ειρηνοδικείο Αθηνών και είχε κριθεί γνήσια από δικαστικό γραφολόγο. Από την άλλη, εμφανίστηκε δημόσια διαθήκη που αποδιδόταν στην ίδια γυναίκα και φερόταν να ευνοεί την ΑΜΚΕ του Δαρδανελιώτη. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν δέχθηκαν την αυθεντικότητα αυτής της δεύτερης εκδοχής. Αντιθέτως, έκριναν ότι οι υπογραφές της ηλικιωμένης δεν ήταν γνήσιες αλλά προϊόν απομίμησης του γραφικού χαρακτήρα της.
Η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2024, είχε ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση. Με άλλα λόγια, η αστική Δικαιοσύνη είχε ήδη καταλήξει ότι η διαθήκη με την οποία επιχειρήθηκε να περάσει η περιουσία στη συγκεκριμένη ΑΜΚΕ ήταν πλαστή. Αυτή ακριβώς η δικαστική κατάληξη ήταν που άνοιξε τον δρόμο για την ποινική συνέχεια της υπόθεσης και εξηγεί γιατί η σημερινή εξέλιξη θεωρείται κομβική, παρότι δεν συνοδεύτηκε από προφυλάκιση.
Το background, ωστόσο, κάνει την υπόθεση ακόμη πιο βαριά. Το όνομα της ίδιας συμβολαιογράφου έχει συνδεθεί και με άλλη πολύκροτη κληρονομική διαμάχη: εκείνη του Λεωνίδα Λαγουδάκη, ετεροθαλή αδελφού του Νίκου Σεργιανόπουλου. Σύμφωνα με όσα είχαν δημοσιευτεί το φθινόπωρο του 2024, συγγενείς του Λαγουδάκη αμφισβήτησαν τη διαθήκη με την οποία η περιουσία του κατέληξε επίσης στην «Αλυσίδα Ελπίδας», υποστηρίζοντας ότι το έγγραφο συντάχθηκε ενώ ο ίδιος βρισκόταν σε εξαιρετικά σοβαρή κατάσταση υγείας και νοσηλευόταν στο Ιπποκράτειο.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό ήταν ότι σε μεταγενέστερα δημοσιεύματα, τον Σεπτέμβριο του 2024, γινόταν λόγος για έρευνα των Αρχών γύρω από την πιθανότητα ύπαρξης οργανωμένου μηχανισμού που αξιοποιούσε κατασκευασμένες ή πλαστές διαθήκες για να οικειοποιείται περιουσίες ηλικιωμένων χωρίς στενούς συγγενείς. Στο ίδιο ρεπορτάζ περιγραφόταν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: εντοπισμός ηλικιωμένων με ακίνητη και κινητή περιουσία, αναμονή μετά τον θάνατό τους και στη συνέχεια εμφάνιση διαθηκών που προσέδιδαν νομιμοφάνεια σε επίδοξους κληρονόμους. Πρόκειται, ασφαλώς, για δημοσιογραφικά καταγεγραμμένες καταγγελίες και ερευνητικά ευρήματα, όχι για τελεσίδικη ποινική κρίση για το σύνολο αυτών των υποθέσεων.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της σημερινής εξέλιξης: η υπόθεση της 92χρονης στο Κολωνάκι δεν μοιάζει πια με μια μεμονωμένη οικογενειακή ή κληρονομική διαφορά. Αντιθέτως, εμφανίζεται ως κομμάτι ενός ευρύτερου παζλ που απασχόλησε ήδη τα πολιτικά δικαστήρια, προκάλεσε νέα ποινική έρευνα και επανέφερε στο τραπέζι ερωτήματα για το πώς ελέγχονται οι διαθήκες, οι μάρτυρες και οι διαδικασίες γύρω από περιουσίες ηλικιωμένων ανθρώπων χωρίς άμεσους απογόνους.
Το μόνο βέβαιο, προς το παρόν, είναι ότι η υπόθεση δεν έχει κλείσει. Οι περιοριστικοί όροι δεν συνιστούν αθώωση ούτε προδικάζουν ενοχή. Δείχνουν όμως ότι η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζει την υπόθεση ως ανοιχτή και σοβαρή. Και αυτό σημαίνει ότι η διαθήκη του 1 εκατ. ευρώ στο Κολωνάκι θα συνεχίσει να απασχολεί για καιρό ακόμη, όχι μόνο για το ύψος της περιουσίας, αλλά κυρίως για όσα αποκαλύπτει για μια σκοτεινή πλευρά των κληρονομικών διεκδικήσεων.