Κάθε χρόνο, γύρω στα μέσα Μαΐου, παθαίνω το ίδιο πολιτισμικό σοκ. Ανοίγω την ελληνική τηλεόραση και νιώθω ότι η μοίρα του ελληνισμού, το γεωπολιτικό μας μέλλον και η σταθερότητα της οικονομίας κρέμονται από το αν το background dancer της συμμετοχής μας θα κάνει σωστά το high kick στην γέφυρα του κομματιού.
Για να είμαι ειλικρινής, αν κρίνω από τα εγχώρια media, η Eurovision στην Ελλάδα δεν είναι διαγωνισμός τραγουδιού· είναι εθνικό καθήκον, reality επιβίωσης και καθημερινό ψυχογράφημα μαζί. Από τον Οκτώβριο, οι «έγκριτοι» πανελίστες μας αναλύουν με ύφος καθηγητή διεθνών σχέσεων αν το φόρεμα της εκπροσώπου μας έχει το σωστό μήκος και αν η Κύπρος θα μας δώσει το παραδοσιακό δωδεκάρι ή αν επίκειται διπλωματικό επεισόδιο.
Και κάπου εκεί, παίρνω τηλέφωνο τους φίλους μου στο εξωτερικό για να διαπιστώσω, για άλλη μια φορά, ποιοι τελικά βλέπουν αυτό το πράγμα εκτός συνόρων.
«Ρε συ, είδατε τον ημιτελικό; Χαμός με την Ισπανία!», λέω όλο ενθουσιασμό στον Ζαν-Κλοντ στο Παρίσι. «Ποιον ημιτελικό; Παίζει το Champions League;» μου απαντάει εκείνος, μασουλώντας αδιάφορα ένα κρουασάν. Στη Γαλλία και την Ιταλία, βλέπεις, το ευρύ κοινό σφυρίζει κλέφτικα. Αν η χώρα τους δεν πάει καρφί για τη νίκη, ο διαγωνισμός αντιμετωπίζεται με μια βαθιά, σχεδόν σνομπ αδιαφορία.
Μιλάω με την Κλάρα στο Μόναχο. «Α, ναι, νομίζω είναι αυτή η εκπομπή με τα glitter που βλέπει η γιαγιά μου», μου λέει. Στις «μεγάλες» χώρες, όπως η Γερμανία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, τα νούμερα μπορεί σε απόλυτους αριθμούς να φαίνονται μεγάλα λόγω πληθυσμού, αλλά η διείσδυση στην κοινωνία είναι αστεία. Μόνο κάτι Σκανδιναβοί στον παγωμένο Βορρά –στην Ισλανδία και τη Σουηδία– το έχουν πάρει τόσο ζεστά όσο εμείς, αγγίζοντας τηλεθεάσεις της τάξης του 90%. Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς: αυτοί δεν έχουν και πολλά πράγματα να κάνουν τα βράδια τους εκεί πάνω, οπότε η Eurovision είναι μια καλή δικαιολογία για να ανάψουν το καλοριφέρ.
Εκεί είναι που προσγειώνομαι στην πραγματικότητα και συνειδητοποιώ το μεγάλο μας ψέμα: Η Ευρώπη δεν ζει αναπνέοντας για τη Eurovision. Εμείς ζούμε.
Γιατί όμως στην Ελλάδα γίνεται τόσος σαματάς, ενώ στο εξωτερικό το αντιμετωπίζουν απλώς σαν ένα «guilty pleasure»;
Κακά τα ψέματα, αν δεν υπήρχε η Eurovision, η ελληνική τηλεόραση θα κατέρρεε. Τι θα έκαναν τόσα πρωινά και μεσημεριανά πάνελ από τον χειμώνα μέχρι την άνοιξη; Πώς θα γεμίσουν τέσσερις ώρες καθημερινού ζωντανού προγράμματος; Χρειαζόμαστε την ίντριγκα, το παρασκήνιο και τις δηλώσεις των «ειδικών» όπως ο οργανισμός μας χρειάζεται το οξυγόνο. Στο εξωτερικό δεν έχουν αυτή τη δομή εκπομπών-κανιβάλων, οπότε το show παίζει στις ειδήσεις τους μόνο την εβδομάδα της διεξαγωγής του.
Έπειτα, είναι και θέμα status. Για έναν Έλληνα καλλιτέχνη, η Eurovision είναι το απόλυτο σκαλοπάτι για να κλείσει πρώτο όνομα στα μπουζούκια τον χειμώνα. Στο Λονδίνο ή στο Παρίσι, οι πραγματικοί stars (βλέπε Dua Lipa ή Ed Sheeran) δεν καταδέχονται ούτε να περάσουν έξω από το στάδιο, αφήνοντας τον διαγωνισμό για τους πρωτοεμφανιζόμενους.
Συνέχεια αναρωτιέμαι γιατί μας πιάνει αυτή η «αθλητική» νοοτροπία εθνικής υπερηφάνειας. Γιατί πρέπει ντε και καλά να αποδείξουμε στους ξένους ότι είμαστε οι καλύτεροι στην pop σκηνική παρουσία; Λες και αν πάρουμε την 5η θέση, θα υποτιμηθεί η πολιτιστική μας κληρονομιά ή θα μας ζητήσει τα ρέστα ο Περικλής.
Ενώ για τη Δυτική Ευρώπη η Eurovision παραμένει ένα camp, ελαφρώς κιτς πάρτι για να μαζευτεί η παρέα το Σάββατο, να πιει μπίρες και τη Δευτέρα να το έχει ξεχάσει, εμείς την έχουμε αναγάγει σε εθνικό ζήτημα. Μας αρέσει να νιώθουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, έστω και για μια βραδιά με στρας, ανεμιστήρες και playback μουσική.
Κι εγώ ο ίδιος, παρά την ειρωνεία μου, ξέρω ότι το Σάββατο θα είμαι μπροστά στην οθόνη, με το delivery ανά χείρας, έτοιμος να εξοργιστώ αν μας «αδικήσει» η κριτική επιτροπή του Σαν Μαρίνο. Γιατί μπορεί για τον υπόλοιπο πλανήτη η Eurovision να είναι απλώς ένα show, αλλά για εμάς… είναι το ετήσιο, εθνικό μας Reality, και δεν το αλλάζουμε με τίποτα.