Η εικόνα ενός περιπολικού που «σαρώνει» δρόμους με τεχνητή νοημοσύνη ακούγεται σχεδόν κινηματογραφική. Στην πράξη, όμως, η νέα τεχνολογική πραγματικότητα της Ελληνικής Αστυνομίας είναι πιο σύνθετη: λιγότερο φουτουριστική, αλλά σίγουρα ενδεικτική του πώς αλλάζει η αστυνόμευση στην Ελλάδα.
Ένα ειδικά εξοπλισμένο περιπολικό της Ελληνικής Αστυνομίας βρέθηκε τις προηγούμενες ημέρες στους δρόμους της Φυλής, σε επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε από τις 22:00 έως τις 06:00. Οι έλεγχοι έγιναν σε κομβικά σημεία της περιοχής και ο απολογισμός ήταν 42 έλεγχοι πολιτών, 31 έλεγχοι οχημάτων, 11 προσαγωγές και 2 συλλήψεις για υποθέσεις που σχετίζονταν με οπλοκατοχή, ναρκωτικά και διατάραξη κοινής ησυχίας. Παράλληλα, βεβαιώθηκαν 8 παραβάσεις του ΚΟΚ, ενώ κατασχέθηκαν ναρκωτικές ουσίες και ηχητικός εξοπλισμός υψηλής ισχύος.
Το όχημα παρουσιάστηκε ως το νέο «έξυπνο» περιπολικό της ΕΛ.ΑΣ. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για κάποιο αυτόνομο όχημα τεχνητής νοημοσύνης ούτε για ένα «super car» αστυνόμευσης. Είναι ένα συμβατικό υπηρεσιακό όχημα που έχει μετατραπεί σε κινητό κέντρο ελέγχου, με φορητές συσκευές, όπως tablets και smartphones, συνδεδεμένες σε πραγματικό χρόνο με βάσεις δεδομένων της αστυνομίας και της Interpol.
Μέσω αυτού του εξοπλισμού, οι αστυνομικοί μπορούν να σαρώνουν πινακίδες κυκλοφορίας και έγγραφα επί τόπου, να ελέγχουν αν ένα όχημα έχει δηλωθεί ως κλεμμένο ή ανασφάλιστο και να επιβεβαιώνουν τη γνησιότητα πινακίδων. Σε ορισμένες επιχειρήσεις, το όχημα μπορεί να συντονίζεται και με drones που διαθέτουν θερμικές κάμερες, μεταφέροντας εικόνα στις οθόνες του περιπολικού και διευκολύνοντας επιχειρήσεις σε δύσκολες συνθήκες, ακόμη και τη νύχτα.
Η υπόθεση αυτή δείχνει τη νέα κατεύθυνση της αστυνόμευσης: περισσότερα δεδομένα, ταχύτεροι έλεγχοι, περισσότερη διασύνδεση. Η τεχνολογία επιτρέπει στα πληρώματα να έχουν άμεση πρόσβαση σε πληροφορίες που παλαιότερα απαιτούσαν χρόνο, τηλεφωνική επικοινωνία και διασταυρώσεις από κέντρα επιχειρήσεων.
Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι δεν βρίσκεται μόνο στο περιπολικό που κυκλοφορεί, αλλά και σε όσα δεν μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν.
Το ευρύτερο πρόγραμμα «Έξυπνη Αστυνόμευση» της ΕΛ.ΑΣ. είχε σχεδιαστεί ως πιο φιλόδοξο. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, το 2019 υπεγράφη σύμβαση με την Intracom Telecom, αξίας 4 εκατομμυρίων ευρώ, για την προμήθεια 1.000 έξυπνων φορητών συσκευών με δυνατότητες βιομετρικής ταυτοποίησης, όπως αναγνώριση προσώπου, δακτυλικά αποτυπώματα, σάρωση εγγράφων και πινακίδων.
Εκεί ακριβώς αρχίζει το νομικό εμπόδιο. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με απόφασή της το 2025, έκρινε ότι η επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων από φορητές συσκευές για ταυτοποίηση πολιτών δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ειδική νομική βάση. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλήρως αν δεν προηγηθεί σαφές νομοθετικό πλαίσιο με τις αναγκαίες εγγυήσεις.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Άλλο η χρήση συστημάτων για έλεγχο πινακίδων ή οχημάτων και άλλο η βιομετρική ταυτοποίηση πολιτών στον δρόμο. Το πρώτο αφορά εργαλεία διασταύρωσης στοιχείων που ήδη μπορούν να λειτουργούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Το δεύτερο ανοίγει μια πολύ πιο ευαίσθητη συζήτηση για προσωπικά δεδομένα, δικαιώματα, επιτήρηση και όρια της αστυνομικής εξουσίας.
Το «έξυπνο» περιπολικό της Φυλής, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια τεχνολογική καινοτομία. Είναι ένα παράδειγμα του σημείου στο οποίο βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα: ανάμεσα στην ανάγκη για σύγχρονα εργαλεία αστυνόμευσης και στην υποχρέωση να διασφαλιστεί ότι η τεχνολογία δεν θα προηγείται του νόμου.
Για την ΕΛ.ΑΣ., η δυνατότητα γρήγορων ελέγχων μπορεί να σημαίνει μεγαλύτερη επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Για τους πολίτες, όμως, το ζητούμενο είναι εξίσου σαφές: διαφάνεια, λογοδοσία και καθαροί κανόνες για το τι επιτρέπεται, ποιος το ελέγχει και πώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα.
Η τεχνητή νοημοσύνη και τα ψηφιακά εργαλεία μπαίνουν σταδιακά στα περιπολικά. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η αστυνόμευση θα γίνει πιο «έξυπνη». Είναι αν θα γίνει και πιο θεσμικά ώριμη.