Το Ιράν βιώνει έναν γενικευμένο ξεσηκωμό. Μπροστάρηδες η νέα γενιά. Το κίνημα μέχρι στιγμής βαρύ. Χιλιάδες νεκροί από το καθεστώς των μουλάδων. Και πέρα από το τί λέει ο Τραμπ, οι Πέρσες δεν εννοούν να το βάλουν κάτω. Το καπάκι της χύτρας που έβραζε όλα αυτά τα χρόνια, έστω κι αν δεν το καταλάβαιναν στην διεθνή κοινότητα, άνοιξε και τινάχτηκε.
Κι όμως. Πριν από ακριβώς 20 χρόνια είχα την μοναδική ευκαιρία να πάρω την έγκριση από την Τεχεράνη να επισκεφτώ με το συνεργείο του ΣΤΑΡ το Ιράν και να κάνω οδοιπορικά. Ισφαχάν, Σιράζ, Περσέπολη και Τεχεράνη. Η άδεια δόθηκε για έναν μόνο δημοσιογράφο και για έναν μόνο εικονολήπτη. Την βίζα/άδεια μου την έδωσαν την τελευταία στιγμή και με την υποχρέωση πριν την μετάδοση του οποιοδήποτε οδοιπορικού, να περάσει από την έγκριση τους. Σχετικά είχε εξουσιοδοτηθεί η πρεσβεία του Ιράν στην Αθήνα. Πάντως δε χρειάστηκε να συμβεί αυτό.
Οφείλω επίσης να σημειώσω ότι σε συνάντηση που είχα στην Τεχεράνη με τον τότε ‘Ελληνα πρέσβη, είχα δεχθεί την παράκληση (και πάντως όχι την σύσταση), να αποφύγω πολιτικά σχόλια, με δεδομένο ότι τότε η Ελλάδα είχε στενές εμπορικές σχέσεις με το Ιράν και κυρίως σε πετρελαϊκά θέματα. Μιλάμε για τις εποχές όπου τα πετρέλαια ήταν πολύ ψηλά και οι ιρανοί μας τροφοδοτούσαν κανονικά και μάλιστα με ευνοϊκές τιμές και αποπληρωμή της κάθε παραγγελίας μετά από 7 με 8 μήνες. Την ώρα των γυρισμάτων δεν χρειάστηκε κάποια υπέρβαση στην παράκληση που μου έγινε, πολύ περισσότερο γιατί στην τηλεόραση πιο αδιάψευστος μάρτυρας είναι ίδια εικόνα της κάμερας. Και διαβεβαιώ ότι από όλο το υλικό που γυρίστηκε, δεν κόπηκε ούτε ένα δευτερόλεπτο. Όλα μεταδόθηκαν
Και με αφορμή τα σημερινά γεγονότα, το μυαλό μου έτρεξε πίσω στο Ισφαχάν, εκεί όπου κάθε Παρασκευή οι Ιρανοί έκαναν με τον τρόπο τους, την δική τους διαμαρτυρία εναντίον του καθεστώτος των μουλάδων. Με πρόσχημα ότι πήγαιναν να τραγουδήσουν κάτω από τις καμάρες μιας εμβληματικής ιστορικής γέφυρας. Τραγούδια που απαγορεύονταν να μεταδοθούν από τηλεόραση και ραδιόφωνο, κρατικά βεβαίως, που έπαιζαν μόνο θρησκευτικούς ύμνους. Και νομίζω, όπως θα δείτε και στο βίντεο, ότι άξιζε τον κόπο. Η γέφυρα της διαμαρτυρίας. Η γέφυρα με τις 33 καμάρες όσα και τα χρόνια του Χριστού όπως το σκέφτηκε ο αρχιτέκτονας.
Αλλά πριν το βίντεο ένα κείμενο που αξίζει ως αρχική περιγραφή:
Στο Ισφαχάν, οι γέφυρες δεν είναι απλώς δρόμοι πάνω από νερό. Είναι σκηνές. Είναι κερκίδες. Είναι καταφύγια από τη ζέστη. Και όταν οι καιροί σφίγγουν, καταφύγια από τη σιωπή. Εκεί που κάποτε κάθονταν βασιλιάδες για να βλέπουν τελετές μέσα στον ποταμό, σήμερα μαζεύονται νέοι για να τραγουδήσουν αυτά που δεν χωρούν αλλού. Κι ανάμεσα στις καμάρες, μια πόλη σε μαθαίνει κάτι απλό και σκληρό: Η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ. Απλώς αλλάζει φωνή.
Ξεκινάμε από τις γέφυρες — γιατί αυτές ενώνουν (και εξηγούν) την πόλη
«Ξεκινάμε με τις γέφυρες του Ισπαχάν», λέω στο οσοιπορικό, γιατί εδώ υπάρχουν δύο αριστουργηματικές που ενώνουν τις δύο πλευρές της πόλης. Για να δούμε πώς ενωνόταν η “παλιά” πόλη με την περιοχή που άλλοτε ήταν ακατοίκητη. Δηλαδή, πώς ενώθηκε ένα Ισφαχάν που μεγάλωνε κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά.
Η πρώτη γέφυρα που βλέπουμε στο ρεπορτάζ είναι από εκείνες που δεν τις λες απλώς «γέφυρα». Είναι «γέφυρα-παλάτι». Ο ξεναγός εξηγεί ότι χτίστηκε όχι μόνο για να περνάς απέναντι, αλλά για να έχει κι άλλες λειτουργίες: «φτιάξτε μου και ένα παλάτι… βάλτε μου και δύο δωμάτια εδώ, για να μπορώ να βλέπω το ποτάμι». Ένας βασιλιάς να κάθεται στο “μπαλκόνι” και να παρακολουθεί τελετές και εκδηλώσεις που γίνονταν μέσα στο νερό.
Μία από αυτές τις τελετές, όπως ακούγεται στην αφήγηση, συνδεόταν με το πλύσιμο των χαλιών. Κι ένα άλλο έθιμο είχε παιχνιδιάρικο, σχεδόν οικείο χαρακτήρα: «όπως το κάνουμε κι εμείς στις θάλασσες… όταν ο ένας πατάει νερά στον άλλον». Η απόσταση μικραίνει κάπως έτσι: όχι με γεωπολιτική, αλλά με καθημερινότητα.
Κάτω από τις αψίδες: σκιά, ανάπαυση, ζωή
Υπάρχει όμως κι ένα στοιχείο που “κουμπώνει” τέλεια με όσα έζησα αργότερα κάτω από τις καμάρες της άλλης γέφυρας. Στο ίδιο το ρεπορτάζ ακούγεται καθαρά: Η γέφυρα είχε φτιαχτεί και για να δημιουργηθούν «μέρη, δωμάτια, κοιτώνες» ώστε να ξεκουράζονται τα καραβάνια. Και ιδίως το καλοκαίρι, που ο καιρός στο Ισφαχάν είναι «πολύ ζεστός και πολύ ξηρός», οι άνθρωποι «φεύγαν από τη ζέστη, βρίσκαν καταφύγιο κάτω από τις αψίδες, κάτω από τη σκιά» και «την άραζαν όλη την ημέρα».
Εδώ οι καμάρες δεν είναι διακόσμηση. Είναι κοινωνικός χώρος. Είναι ο λόγος που οι Ιρανοί έρχονται για περίπατο, που νέοι και συνταξιούχοι μαζεύονται στις καμάρες και σχηματίζουν «ερασιτεχνικές χορωδίες». Μια πόλη που τραγουδάει, ακόμη κι όταν δεν πρέπει.
Όταν η γέφυρα γίνεται και φράγμα — το Ισφαχάν ως μηχανή ομορφιάς
Και μετά έρχεται η λεπτομέρεια που απογειώνει την κατανόηση: «Ταυτόχρονα όμως αυτό λειτουργούσε και ως φράγμα». Έκλειναν τις αψίδες με ξύλινα παραπετάσματα, έλεγχαν «τη ροή του νερού και τη στάθμη του νερού» και τροφοδοτούσαν με νερό τα κανάλια που διασχίζουν την πόλη. Στο πλάνο δείχνουμε τα σημεία όπου έμπαιναν τα ξύλα, τον τρόπο που το νερό έφτανε «μέχρι εδώ», και το πώς σήμερα η ανάγκη έχει αλλάξει λόγω ενός πιο σύγχρονου φράγματος.
Το Ισφαχάν είναι αυτό: Μια πόλη που δεν ξεχωρίζει την τέχνη από τη χρησιμότητα. Τα παντρεύει.
Δίπλα στο ποτάμι, οι Αμερικανοί που ζήτησαν να μείνουν για πάντα
Στην άλλη πλευρά του ποταμού δείχνουμε στο οδοιπορικό κι ένα μικρό κτίσμα-μνημείο για δύο Αμερικανούς που αγάπησαν το Ιράν σαν δεύτερη πατρίδα: τον καθηγητή Άρθουρ Πόουπ και τη σύζυγό του, Φίλις Όκερμαν. Εκείνοι, όπως λέμε, ζήτησαν γραπτά να ταφούν στο Ιράν, στο Ισφαχάν, δίπλα στην κοίτη του ποταμού. Αναφέρεται και το αίτημα του αρχαιολόγου Ρίτσαρντ Φράι να ταφεί κι εκείνος.
Είναι μια εικόνα που χαλάει τις εύκολες αφηγήσεις: Σε μια χώρα που τη μαθαίνουμε συνήθως μέσα από συγκρούσεις, υπάρχουν άνθρωποι απ’ έξω που ζήτησαν να τους σκεπάσει για πάντα το χώμα της.
Και τότε, κάτω από τις καμάρες, εμφανίζεται η «διαμαρτυρία» που δεν λέει το όνομά της
Κάπου μετά το 10ο λεπτό του ρεπορτάζ, το θέμα αλλάζει τόνο και γίνεται — χωρίς να το φωνάζει — πολιτικό. Ο ξεναγός εξηγεί: Από την Επανάσταση του 1979 υπήρξαν «πολλοί περιορισμοί για τραγουδιστές και για τραγούδια». Κι όμως, «είναι λίγο αδύνατο να σταματάς τον κόσμο να τραγουδάει». Όταν δεν υπάρχουν συναυλίες και όταν η μουσική δεν ακούγεται όπως παλιά στη δημόσια σφαίρα, «αρχίσαν πια και δημιουργούσαν τους δικούς τους μουσικούς χώρους».
Και αυτό ακριβώς κατέγραψε η κάμερά μας: συγκέντρωση κόσμου, τραγούδι, ένας πολύ γνωστός τραγουδιστής που τον υποδέχονται με χειροκροτήματα. Κάποια στιγμή ο ίδιος ο τραγουδιστής και οι άνθρωποι γύρω του, μου μιλούν στη κάμερα για τη φιλοξενία των Ιρανών και για την Ελλάδα μου λένε: «Είστε μια πολύ φιλική εθνικότητα». Κι ύστερα έρχεται μια φράση που, για μένα, είναι δημοσιογραφικό συμβόλαιο:
«Σε παρακαλώ να μεταδώσεις ό,τι είδες και μην τα αλλάξεις… γιατί έρχονται δημοσιογράφοι εδώ και άλλα βλέπουν και άλλα λένε».
Εκεί δεν έχεις περιθώριο για πόζα. Έχεις μόνο την ευθύνη της εικόνας.
Κι όταν φεύγουμε από αυτή τη «θαυμάσια συναυλία», λέω κάτι που δεν το λέω συχνά: ότι το χειροκρότημα που δέχτηκε το συνεργείο μας ήταν από εκείνα που σε πιάνουν απροετοίμαστο. Σαν να χειροκροτούν όχι εσένα, αλλά το γεγονός ότι τους είδες όπως είναι.
«Πάμε τώρα στην άλλη γέφυρα»: η Si-o-se-pol, οι 33 αψίδες και ο μύθος των 33 χρόνων
Μετά τη συγκίνηση, μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πάμε στη δεύτερη μεγάλη γέφυρα. Εκεί ακούγεται και το όνομά της όπως το λέει ο τόπος: «Η γέφυρα με τις 33 αψίδες». Η Si-o-se-pol, η περίφημη γέφυρα που σχεδιάστηκε επί Σάχη Αμπάς του Μέγα και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα, έφτιαχνε κάτι περισσότερο από σύνδεση. Ένωνε κόσμους.
Στο ρεπορτάζ μου ακούγεται ότι «χρησίμευε να ενώνει τη μουσουλμανική περιοχή από τη Δύση προς την αρμενική περιοχή που ήταν στην Ανατολή». Δηλαδή, προς τη Νέα Τζούλφα, τον αρμενικό θύλακα οικονομικής και κοινωνικής σημασίας που ενσωματώθηκε έξυπνα στην πόλη.
Και μετά έρχεται ο μύθος: Γιατί 33 αψίδες; Η εξήγηση είναι ότι ο σχεδιαστής ήταν χριστιανός (αναφέρεται ως “από τη Γεωργία”) και ότι ο Ιησούς πέθανε στα 33 του. Ότι, ενώ “προσκύνησε” για να υπηρετήσει σε ισλαμιστικό περιβάλλον, θέλησε ταυτόχρονα να δείξει την προσήλωσή του προς την κοινότητα των Χριστιανών, τους Αρμένιους της απέναντι πλευράς.
Είτε το πάρεις ως ιστορική εξήγηση είτε ως λαϊκή αφήγηση, λειτουργεί με έναν τρόπο που μόνο οι γέφυρες πετυχαίνουν: σου λέει ότι στο Ισφαχάν οι καμάρες δεν μετράνε μόνο πέτρα. Μετράνε μνήμη.
Και η γέφυρα γίνεται «χώρος» — όχι απλώς πέρασμα
Εδώ είναι που δένει όλο το οδοιπορικό που αναρτά στο τέλος του κειμένου η HuffPost: Οι καμάρες που παλιά έδιναν σκιά στους περαστικούς, σήμερα δίνουν σκιά σε κάτι ακόμη πιο πολύτιμο. Σε μια ανάγκη να ακουστεί τραγούδι όταν δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτό. Να δημιουργηθεί κοινότητα όταν η δημόσια έκφραση έχει όρια.
Δεν την αποκαλείς «γέφυρα αντίστασης». Το Ιράν έχει τον τρόπο να σε εκπαιδεύει στη σιωπή των λέξεων. Αλλά την ζεις ως τέτοια, όταν βλέπεις νέους ανθρώπους να συγκεντρώνονται, να τραγουδούν, να χειροκροτούν, να ζητούν να δείξεις την πραγματικότητα «όπως είναι».
Τεχεράνη, Περσέπολη, Σιράζ: το ίδιο ταξίδι, τρία Ιράν
Την ίδια εβδομάδα πέρασα κι από την Τεχεράνη και από την Περσέπολη, εκεί όπου το πέτρινο ανάγλυφο (η “μάχη” ζώων, η σύγκρουση εποχών, η εξουσία χαραγμένη στην πέτρα) σε γυρίζει σε αιώνες αυτοκρατορικής αυτοπεποίθησης. Και σε μια άλλη στάση του ταξιδιού, το βλέμμα πέφτει στη λεπτομέρεια: σε κτίρια με καθρέφτες, σε πολύχρωμα τζάμια που ρίχνουν «όμορφες αποχρώσεις του φωτός» στο εσωτερικό, σε ένα μείγμα ιρανικής τέχνης και ευρωπαϊκής τεχνοτροπίας, σε μια αίσθηση ότι η χώρα ποτέ δεν ήταν μονοδιάστατη.
Ακόμη και μέσα σε μια αφήγηση περιορισμών, βλέπεις παντού την ίδια επιμονή: να μπει φως, να μπει χρώμα, να μπει μουσική, έστω κι αν πρέπει να βρει χαραμάδα.
Η φράση της ξεναγού μου που μένει πάνω από όλα
Και πάνω απ’ όλα, κουβαλάω μια κουβέντα που μου είπε ξεχωριστά μια άλλη ξεναγός. Ή Σίβα. Νεαρή γυναίκα, εξαιρετικά αγγλικά, άνθρωπος που δεν άντεχε τη θεοκρατία. Μου είπε τότε, την εποχή που οι απειλές Τζωρτζ Μπους για βομβαρδισμούς , πλανιούνταν βαριά:
«Όσο κι αν δεν αντέχουμε το σύστημα και τους μουλάδες, αν επέμβει ξένη δύναμη, τότε θα συστρατευθούμε δίπλα στην κυβέρνησή μας και θα πολεμήσουμε για την πατρίδα μας».
Για την ιστορία να γράψω ότι, ανεξάρτητα με τα λόγια εκείνης της εποχής, η Σίβα έψαχνε κάθε τρόπο για να φύγει από το Ιράν και να ζήσει ελεύθερα αλλού. Ήξερε βέβαια ότι θα άφηνε πίσω τη μητέρα της. Αλλά και η μητέρα της την έσπρωχνε να φύγει. Λίγους μήνες μετά της έστειλα επίσημη πρόσκληση να έρθει τουριστικά στην Ελλάδα. Εξ ου και η φωτό της χωρίς μαντήλα. Την επόμενη χρονιά γνωρίστηκε με έναν Γερμανό καθηγητή και σήμερα εσύ με την οικογένεια της στην Γερμανία. Σίβα ένας υπέροχος άνθρωπος