Κάποιες ιστορίες δεν σε αλλάζουν για όσα λένε, αλλά για όσα διακινούν μέσα σου. Μία από αυτές ξεκίνησε με έναν ψαρά από νησί, που βρέθηκε μόνος σε δημόσια δομή με βαριά κατάθλιψη. Ήταν από εκείνες τις εμπειρίες που σε φέρνουν ξανά μπροστά σε πράγματα που θεωρούσες αυτονόητα.

Ένας άνθρωπος με ροζιασμένα χέρια και εκφραστικά μάτια.  Ήταν σε κατατονία και η φωνή του έβγαινε με δυσκολία.  Κι όμως, ήταν ένας άνθρωπος που δεχόταν καθημερινά επισκέψεις.  Διαφορετικοί άνθρωποι, εναλλάξ μέσα στην εβδομάδα. Απλοί συγχωριανοί.

Advertisement
Advertisement

Οι άνθρωποι του νησιού του δεν τον εγκατέλειψαν. Είχαν χωριστεί σε ομάδες και κάθε τρεις με τέσσερις μέρες ερχόταν μια άλλη – να καθίσει δίπλα του, να τον κοιτάξει, να του μιλήσει, ακόμη κι όταν εκείνος δεν μπορούσε να απαντήσει. Γιατί ακόμη κι όταν δεν υπάρχει απάντηση, η παρουσία του άλλου κρατά έναν διάλογο ζωντανό -όχι απαραίτητα εξωτερικό, αλλά και εσωτερικό.

Στην αρχή, ομολογώ, γεννήθηκε μια αμφιβολία ανάμεσά μας. Μήπως τόση κίνηση, τόσοι άνθρωποι, τον επιβαρύνουν; Μήπως, με καλή πρόθεση, κάνουμε κάτι που δεν τον βοηθά;

Πριν όμως αποφασίσουμε για εκείνον, τον ρωτήσαμε.  Μήπως τον κουράζουν οι επισκέψεις; Καταβεβλημένος, σιγοψιθύρισε πως όχι. Πως θέλει να έρχονται.

Αυτή η απάντηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Μας ανάγκασε να δούμε διαφορετικά κάτι που συχνά θεωρούμε αυτονόητο: ότι το νευρικό σύστημα δεν ρυθμίζεται μόνο «από μέσα προς τα έξω», αλλά και μέσα στη σχέση, στην παρουσία των άλλων. Σύμφωνα με τη polyvagal theory, η αίσθηση ασφάλειας μπορεί να διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό σχεσιακά. Ο άνθρωπος συχνά ηρεμεί όχι μόνο όταν αποσύρεται, αλλά και όταν νιώθει ότι δεν είναι μόνος, όταν υπάρχει γύρω του μια σταθερή και ασφαλής ανθρώπινη παρουσία.

Στην κατάθλιψη συναντάμε συχνά σώματα σε κατάσταση παγώματος: σιωπή, ακινησία, χαμηλή ενέργεια.  Αυτό, όμως, δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με απουσία ανάγκης για σχέση.  Μπορεί να σημαίνει ότι δεν υπάρχει αρκετή αίσθηση ασφάλειας ώστε ο άνθρωπος να κινητοποιηθεί μόνος του.  Και τότε, όταν η παρουσία του άλλου δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας, δεν τον αποδιοργανώνει, αλλά λειτουργεί ρυθμιστικά και ανακουφιστικά.

Τέτοιες στιγμές χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί: να μην συγχέουμε την εξωτερική ακινησία με εσωτερική απουσία ανάγκης. Να μην αποφασίζουμε εκ των προτέρων τι τον κουράζει και τι τον βοηθά.

Advertisement

Ίσως τελικά η κατάθλιψη να μην μοιάζει πάντα με απόσυρση. Ίσως να μην είναι πάντα ανάγκη για ησυχία.  Ίσως, κάποιες φορές, να είναι η ανάγκη να μείνουν οι άλλοι, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει λόγος ή απάντηση.

Το βλέπουμε ξανά και ξανά: το σώμα μπορεί να παγώνει, ενώ η ανάγκη για σύνδεση παραμένει ζωντανή. Και καμιά φορά, ο άνθρωπος δεν ρυθμίζεται μόνος. Ρυθμίζεται μέσα στην παρουσία των άλλων, μέσα από τη σχέση.

Η κοινότητα, σε τέτοιες στιγμές, μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά.

Advertisement

Σαν ένα εξωτερικό σύστημα ασφάλειας που στηρίζει τον άνθρωπο, μέχρι να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια του.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κοινότητα είναι από τη φύση της υποστηρικτική, αλλά ότι, όταν υπάρχει με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο.

Σήμερα, στις μεγαλουπόλεις, η αίσθηση της κοινότητας συχνά αποδυναμώνεται. Ζούμε δίπλα σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, περνάμε ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς βλέμμα, χωρίς όνομα, χωρίς συνέχεια.

Advertisement

Και συχνά ζητάμε από τον σύγχρονο άνθρωπο να «ρυθμιστεί μόνος του», να αντέξει, να θεραπευτεί, να σταθεί ξανά όρθιος, χωρίς το βασικότερο πλαίσιο που ιστορικά τον στήριζε: τη σχέση.

Όταν απουσιάζει αυτή η διάσταση της σχέσης, το νευρικό σύστημα μένει πιο εκτεθειμένο να διαχειριστεί μόνο του το άγχος, την απώλεια, την κατάθλιψη.

Ο άνθρωπος χάνει τη δυνατότητα της συν-ρύθμισης, αλλά και τα καθημερινά μικρά σήματα ασφάλειας: το γνώριμο πρόσωπο, τη σταθερή παρουσία, το «σε είδα».

Advertisement

Η ιστορία αυτού του ανθρώπου είναι μία υπενθύμιση.  Ότι η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση.  Χτίζεται μέσα σε σχέσεις.  Συντηρείται μέσα στο νοιάξιμο.  Και, κάποιες φορές, ενισχύεται μέσα από τη συλλογική παρουσία.

Advertisement

Ίσως τελικά το ερώτημα να μην είναι μόνο πώς θεραπεύεται η κατάθλιψη.

Αλλά αν, στον τρόπο που ζούμε σήμερα, υπάρχει χώρος για έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να μιλήσει, να κινηθεί, να αντέξει μόνος του.  Αν υπάρχει χρόνος να καθίσουμε δίπλα του χωρίς να «κάνουμε» τίποτα.  Αν υπάρχουν σχέσεις που αντέχουν και τη σιωπή. Αν υπάρχει κοινότητα, άνθρωποι που δεν φεύγουν τη στιγμή που γίνεται δύσκολο να μείνουν.

Και αν δεν υπάρχει, τι ακριβώς ζητάμε από τον σύγχρονο άνθρωπο να θεραπεύσει μόνος του;  Και ίσως, τι χρειάζεται να ξαναχτίσουμε, όχι μόνο μέσα στον άνθρωπο, αλλά και ανάμεσα στους ανθρώπους.

Advertisement