Κανείς δεν πέθανε.

Κι όμως πενθείς.

Advertisement
Advertisement

Αυτό είναι το σημείο που αρχίζει η αμηχανία. Όχι μόνο των άλλων αλλά και η δική σου. Γιατί δεν έχεις να ακουμπήσεις αυτό που νιώθεις, δεν υπάρχει λέξη που να το χωράει χωρίς να το περιορίζει. Κι όμως είναι απώλεια.

Πενθείς το διαζύγιο που δεν ήταν απλώς τέλος. Ήταν η κατάρρευση μιας ιστορίας που είχες πιστέψει μέχρι το τέλος της και ξαφνικά βρίσκεσαι να πενθείς έναν άνθρωπο που υπάρχει ακόμη, αλλά όχι για εσένα. Κρύβει μια παράξενη σκληρότητα, δεν τελειώνει, δεν κλείνει, μένει μισάνοιχτο μέσα σου.

Και κάπου εκεί αρχίζουν οι γνωστές ερωτήσεις :

“Ακόμα το σκέφτεσαι;”

“Αλήθεια τώρα;”

Αυτές οι φωνές που δεν μιλάνε κακοπροαίρετα αλλά ρωτάνε κι εσύ ακούς και άθελά σου αρχίζεις να μετράς. Πόσος χρόνος πέρασε, πόσο “έπρεπε” να έχεις προχωρήσει, πόσο πίσω από τη ζωή έχεις μείνει.

Advertisement

Και θέλεις να απαντήσεις σχεδόν ήρεμα και πικρά:

“Δηλαδή πόσο χρόνο μου δίνεις; Να το τρέξω λίγο; Να κάνω σπριντ για να τερματίσω;”

Δεν μιλάς, αλλά το κρατάς μέσα σου, όπως κρατάς κι άλλα.

Advertisement

Πενθείς μια σχέση που τελείωσε χωρίς να ολοκληρωθεί. Χωρίς μια καθαρή κουβέντα που να σε αφήνει να φύγεις. Μένεις με εκδοχές, με σενάρια, με “αν” και επιστρέφεις πίσω και ξαναστήνεις τη σκηνή μήπως και αυτή τη φορά βγει αλλιώς.

Δεν βγαίνει.

Πενθείς μια προδοσία. Όχι μόνο την πράξη, αλλά αυτό που σου πήρε μαζί της. Την εμπιστοσύνη σου, την απλότητα με την οποία άφηνες τον εαυτό σου και τώρα είσαι λίγο πιο συγκρατημένη, πιο καχύποπτη, όχι από επιλογή αλλά από εμπειρία. Και κάπου εκεί ξανακούς πάλι φωνές σαν θόρυβο στ’αυτιά σου :

Advertisement

“Μην στεναχωριέσαι, σε όλους έχει συμβεί”.

Και για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου σχεδόν χαμογελάς . Όχι επειδή αισθάνεσαι ανακούφιση. Από εκείνη τη λεπτή, ανεπαίσθητη ειρωνεία. “Ευχαριστώ που μου το θύμισες, μου είχε διαφύγει να μην στεναχωριέμαι.”

Πενθείς για την καριέρα που άφησες ή εκείνη που δεν τόλμησες ποτέ. Πενθείς όχι μόνο για τις επιλογές σου αλλά και για τις δυνατότητες σου, όπως τις φανταζόσουν κάποτε. Υπάρχει μια επίγνωση κρυμμένη ότι κάποια πράγματα δεν θα συμβούν ποτέ. Όχι τουλάχιστον όπως τότε.

Advertisement

Πενθείς για το σώμα σου.

Advertisement

Όχι γιατί δεν σου αρέσει. Αλλά γιατί θυμάσαι πώς ήταν να μην το σκέφτεσαι. Να σε υπηρετεί χωρίς να το προσέχεις. Και τώρα κάτι έχει αλλάξει. Κι αυτό δεν εξηγείται εύκολα χωρίς να ακουστεί επιφανειακό. Όμως δεν είναι. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απώλεια.

Είναι ότι δεν αναγνωρίζεται.

Δεν υπάρχουν συλλυπητήρια.

Advertisement

Δεν υπάρχει χώρος να σταθείς και να πεις “αυτό πονάει”.

Οπότε οι γύρω σου κάνουν αυτό που ξέρουν :

“Προχώρα”

“Θα το ξεπεράσεις”

“Δεν ήταν και τόσο σοβαρό” και φυσικά “Δεν πέθανε κανείς”.

Αυτή η φράση… σε βάζει σε μια περίεργη θέση. Σαν να πρέπει να αποδείξεις ότι ο πόνος σου αξίζει να υπάρχει, σαν να υπάρχει ένα όριο κι εσύ να είσαι από κάτω. Κι αρχίζεις να αμφιβάλλεις.

“Μήπως υπερβάλλω;”

“Μήπως όντως έπρεπε να το έχω ξεπεράσει;”

“Μήπως το τραβάω περισσότερο;”

Και πενθείς σιωπηλά, χωρίς λέξεις, χωρίς κοινό. Κι αυτό το πένθος εξακολουθεί να υπάρχει, να αλλάζει μορφή. Γίνεται μια απόσταση που πια δεν εξηγείς τον εαυτό σου.

Και συνεχίζεις. Γιατί τι άλλο να κάνεις;

Μόνο κάποια στιγμή, σταματάς να προσπαθείς να το εξηγείς για να γίνει αντιληπτό από τους άλλους. Και το αφήνεις να είναι αυτό που είναι.

Ούτε υπερβολή, ούτε αδυναμία.

Απώλεια. Κι αυτό αλλάζει κάτι, όχι γιατί φεύγει ο πόνος, αλλά γιατί σταματάς να τον αμφισβητείς. Ίσως αυτό να είναι το μόνο πραγματικό σημείο μετάβασης. Όχι το “το ξεπέρασα” αλλά  η αποδοχή το “ναι  αυτό με πονάει και δεν χρειάζεται να το δικαιολογήσω σε κανέναν.”

Το πένθος δεν είναι μόνο για τους νεκρούς.

Είναι για όλα όσα τελείωσαν χωρίς να πεθάνουν.

Για όλα όσα δεν έγιναν ποτέ.

Για όλα όσα δεν θα επιστρέψουν.

Κι όσο κι αν οι άνθρωποι βιάζονται να σε δουν “εντάξει”, όσο κι αν σε ρωτούν και σε κοιτούν  με αυτό το σχεδόν ανύπομονο βλέμμα…

Δεν είναι αγώνας.

Και δεν έχει τερματισμό.