Οι ελληνικές θάλασσες μπαίνουν σε ένα ακόμα καλοκαίρι συναγερμού. Όχι με έναν μόνο «επισκέπτη», αλλά με τρεις διαφορετικές προειδοποιήσεις που φτάνουν πλέον μέχρι τις ακτές: τους λαγοκέφαλους, που εξαπλώνονται και καταγράφονται σε περιοχές όπως ο Σαρωνικός, τις αυξημένες θεάσεις καρχαριών κοντά σε παράκτιες ζώνες και τις μωβ μέδουσες, που έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται σε περιοχές υψηλής τουριστικής και κολυμβητικής κίνησης.
Δεν πρόκειται για ταινία τρόμου ούτε για υπερβολή των social media. Είναι η εικόνα μιας Μεσογείου που αλλάζει γρήγορα. Θερμότερες θάλασσες, υπεραλίευση, διαταραγμένα οικοσυστήματα, ξενικά είδη, ρεύματα και ανθρώπινες παρεμβάσεις δημιουργούν ένα νέο θαλάσσιο τοπίο, στο οποίο η απλή σύσταση «προσέχουμε στη θάλασσα» δεν αρκεί πια.
Ο λαγοκέφαλος δεν είναι «άλλο ένα ψάρι»
Ο λαγοκέφαλος, με πιο γνωστό και επικίνδυνο είδος τον Lagocephalus sceleratus, είναι ξενικό είδος της οικογένειας των τετραοδοντιδών, δηλαδή των γνωστών puffer fish. Δεν ανήκει παραδοσιακά στη Μεσόγειο. Πέρασε από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και βρήκε στα θερμότερα νερά της Ανατολικής Μεσογείου ιδανικό πεδίο εξάπλωσης.
Το ψάρι αυτό ξεχωρίζει από το χαρακτηριστικό κεφάλι του, το δυνατό στόμα του και τα τέσσερα σκληρά δόντια που λειτουργούν σχεδόν σαν ράμφος. Γι’ αυτό και τα δαγκώματά του μπορούν να είναι σοβαρά, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για δάχτυλα ή γυμνά άκρα μέσα στο νερό.
Συνήθως οι λαγοκέφαλοι έχουν μήκος από 20 έως 60 εκατοστά, όμως μεγάλα άτομα μπορούν να ξεπεράσουν το ένα μέτρο. Το βάρος τους μπορεί να φτάσει αρκετά κιλά, με καταγραφές μεγάλων δειγμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο να ξεπερνούν τα 7 κιλά.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο το δάγκωμα. Είναι η τοξικότητα. Ο λαγοκέφαλος περιέχει τετραδοτοξίνη, μια ισχυρή νευροτοξίνη, κυρίως στα εσωτερικά του όργανα και σε άλλους ιστούς. Η κατανάλωσή του απαγορεύεται, καθώς μπορεί να προκαλέσει βαριά δηλητηρίαση και να αποβεί θανατηφόρα.
Από την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα μέχρι τον Σαρωνικό
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον στις νοτιότερες θάλασσες, όπου η παρουσία των λαγοκέφαλων είχε καταγραφεί εδώ και χρόνια με ιδιαίτερη ένταση. Οι αναφορές για εμφάνιση ακόμα και στον Σαρωνικό δείχνουν ότι το είδος κινείται βορειότερα και πλησιέστερα σε πολυσύχναστες ακτές.
Οι ψαράδες το γνωρίζουν ήδη πολύ καλά. Οι λαγοκέφαλοι καταστρέφουν δίχτυα, κόβουν πετονιές, τρώνε δολώματα, αγκίστρια και αλιεύματα, ενώ ανταγωνίζονται ή εξαφανίζουν τοπικά είδη. Η ζημιά δεν είναι μόνο περιβαλλοντική. Είναι και οικονομική.
Η κυβέρνηση εξετάζει, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, την επιδότηση της αλιείας λαγοκέφαλων, με ποσό που αναφέρεται γύρω στα 6 ευρώ ανά κιλό και όχι ανά ψάρι. Το μέτρο, εφόσον εφαρμοστεί με σοβαρή επιστημονική παρακολούθηση, μπορεί να βοηθήσει στον περιορισμό των πληθυσμών. Δεν αρκεί όμως από μόνο του.
Γιατί το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο πληρώνοντας τους ψαράδες να βγάζουν λαγοκέφαλους. Χρειάζεται σχέδιο που θα περιλαμβάνει συστηματική καταγραφή, έλεγχο των ποσοτήτων, ασφαλή διαχείριση των αλιευμάτων, ενημέρωση των πολιτών ότι το ψάρι δεν καταναλώνεται, αλλά και προστασία των φυσικών θηρευτών του.
Και εδώ αρχίζει η δύσκολη συζήτηση: η υπεραλίευση έχει αφαιρέσει από τη θάλασσα πολλά από τα είδη που θα μπορούσαν να λειτουργούν ως φυσική άμυνα απέναντι σε τέτοιους εισβολείς.
Οι καρχαρίες δεν είναι «εισβολείς» – αλλά η παρουσία τους κοντά στις ακτές θέλει ψυχραιμία και γνώση
Την ίδια ώρα, στις ελληνικές θάλασσες καταγράφονται όλο και περισσότερες θεάσεις καρχαριών κοντά στις ακτές. Στη HuffPost έχουμε ήδη γράψει για το θέμα και για τον σχετικό χάρτη εμφανίσεων, που δείχνει περιοχές με αυξημένες καταγραφές σε Ιόνιο, Σαρωνικό, Παγασητικό, Χαλκιδική, Δωδεκάνησα και νότια Κρήτη.
Εδώ, όμως, χρειάζεται προσοχή στη διατύπωση. Οι καρχαρίες δεν είναι «ξενικό είδος» όπως ο λαγοκέφαλος. Αποτελούν φυσικό κομμάτι της Μεσογείου. Η παρουσία τους δεν σημαίνει αυτομάτως κίνδυνο για τους λουόμενους. Στις ελληνικές θάλασσες έχουν καταγραφεί είδη όπως ο γαλάζιος καρχαρίας, ο μάκο, ο εξαβράγχιος σε βαθύτερα νερά, αλλά και μικρότερα είδη όπως σκυλόψαρα και γκριζογαλέοι.
Το γεγονός ότι κάποια άτομα εμφανίζονται κοντά σε ακτές μπορεί να συνδέεται με τροφή, ρεύματα, αναπαραγωγική συμπεριφορά ή αλλαγές στο θαλάσσιο περιβάλλον. Δεν σημαίνει ότι «οι καρχαρίες επιτίθενται στις παραλίες». Σημαίνει, όμως, ότι οι αρχές οφείλουν να έχουν πρωτόκολλο.
Τι πρέπει να γίνει; Άμεση καταγραφή κάθε θέασης από λιμενικές αρχές και επιστημονικούς φορείς, ενημέρωση των δήμων και των ναυαγοσωστών, σαφείς οδηγίες προς τους λουόμενους, αποφυγή πανικού και κυρίως, αποφυγή της εύκολης λύσης της θανάτωσης. Οι καρχαρίες είναι κρίσιμοι για την υγεία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι «να τους εξαφανίσουμε». Η απάντηση πρέπει να είναι «να ξέρουμε πού βρίσκονται, γιατί εμφανίζονται και πώς προστατεύεται ο κόσμος».
Οι μωβ μέδουσες επέστρεψαν νωρίς – και πονάνε
Το τρίτο μέτωπο είναι οι μωβ μέδουσες. Η Pelagia noctiluca, όπως είναι η επιστημονική ονομασία της, είναι μικρή, εντυπωσιακή στην όψη και ιδιαίτερα ενοχλητική στην επαφή. Έχει ροζ, μωβ ή λιλά χρώμα, θολωτή καμπάνα με χαρακτηριστικές κηλίδες και μακριά λεπτά πλοκάμια.
Το τσίμπημά της είναι συχνά έντονα επώδυνο. Μπορεί να προκαλέσει κάψιμο, κοκκίνισμα, πρήξιμο, φαγούρα και το χαρακτηριστικό αποτύπωμα στο δέρμα. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε ευαίσθητα άτομα, μπορεί να εμφανιστούν ναυτία, πονοκέφαλος, ταχυκαρδία, εμετός, δυσκολία στην αναπνοή ή αλλεργικού τύπου αντιδράσεις.
Οι μωβ μέδουσες δεν «κυνηγούν» τον άνθρωπο. Μεταφέρονται κυρίως με τα ρεύματα και τους ανέμους. Όμως όταν εμφανιστούν σε μεγάλους αριθμούς, μπορούν να κάνουν μια παραλία πρακτικά ακατάλληλη για κολύμβηση.
Οι φετινές καταγραφές έχουν ήδη προκαλέσει ανησυχία, με αναφορές σε περιοχές όπως ο Παγασητικός, ο Βόρειος Ευβοϊκός, ο Κορινθιακός και οι Σποράδες. Οι live χάρτες πολιτών και παρατηρητηρίων βοηθούν, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν έναν επίσημο μηχανισμό προειδοποίησης.
Τι κάνουμε αν μας τσιμπήσει μωβ μέδουσα
Οι οδηγίες πρέπει να είναι απλές και ξεκάθαρες.
Δεν πιάνουμε ποτέ τα πλοκάμια με γυμνά χέρια.
Ξεπλένουμε με θαλασσινό νερό, όχι με γλυκό.
Δεν τρίβουμε το σημείο με άμμο.
Βάζουμε κρύες κομπρέσες ή πάγο τυλιγμένο σε ύφασμα.
Χρησιμοποιούμε, εφόσον υπάρχει σύσταση φαρμακοποιού ή γιατρού, κορτιζονούχο κρέμα ή αντιισταμινικό.
Αν εμφανιστούν δύσπνοια, ζάλη, έντονο πρήξιμο, τάση λιποθυμίας, εμετός ή γενικευμένη αλλεργική αντίδραση, ζητάμε άμεσα ιατρική βοήθεια.