Για χρόνια, στη δημοσιογραφική μου διαδρομή, ήμουν απολύτως προσεκτικός απέναντι στη Δικαιοσύνη. Όχι από φόβο, αλλά ενσυνείδητα. Γνώριζα τις ελλείψεις, τις υποδομές που υστερούν, το βάρος που σηκώνουν οι δικαστικοί λειτουργοί. Και πάνω απ’ όλα, σεβόμουν ανθρώπους που χειρίστηκαν μεγάλες υποθέσεις, ακόμη και εκείνους που πλήρωσαν με τη ζωή τους, όπως δικαστικοί που δολοφονήθηκαν από την τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη». Δεν μπήκα ποτέ στη λογική της «εύκολης» κριτικής σε αποφάσεις.

Όμως, πλέον, το πράγμα αρχίζει να με δυσκολεύει. Γιατί δεν μιλάμε για μια θεσμική διαφωνία. Μιλάμε για μια αίσθηση ότι οι προτεραιότητες έχουν μπερδευτεί επικίνδυνα. Όταν η δημόσια ατζέντα μπορεί να «φουσκώνει» γύρω από μια παλιά συνέντευξη του Γιάνη Βαρουφάκη – κάτι που, όπως λέγεται, ειπώθηκε πριν από πολλά χρόνια – και την ίδια στιγμή να μην βλέπουμε την ίδια θεσμική εγρήγορση σε ένα σοκαριστικό, δυνητικά επικίνδυνο συμβάν. Τη διακοπή επικοινωνίας του επίγειου κέντρου ελέγχου με αεροπλάνα, επί ώρες, πάνω από την ελληνική επικράτεια.

Advertisement
Advertisement

Πού είναι η εισαγγελική ευαισθησία για την έλλειψη σύγχρονων μηχανημάτων; Για το ότι, όπως καταγγέλλεται, από τον Οκτώβριο «λιμνάζουν» κρίσιμοι φάκελοι στη Βουλή; Και πώς γίνεται, στο κορυφαίο τραύμα των Τεμπών, η Εισαγγελία Λάρισας – σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι οικογένειες – να μην επιτρέπει στους γονείς που ζητούν εκταφή, να ορίσουν δικούς τους πραγματογνώμονες και να λάβουν δείγματα ώστε να σταλούν στο εξωτερικό;

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια υπόθεση «σκοντάφτει» σε προσχήματα και αναβολές. Το είδαμε, όπως υπενθυμίζω, και στην περίπτωση του Πάνου Ρούτσι, όπου το αίτημα του πατέρα απορριπτόταν επίμονα, με διάφορες μή σοβαρές δικαιολογίες, μέχρι να υπάρξει τελικά πολιτική παρέμβαση, του ίδιου του Πρωθυπουργού, μετά από κατακραυγή και πίεση από κόμματα και πρόσωπα, όπως του Αντώνη Σαμαρά.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, την ώρα που η κυβέρνηση ανακοινώνει, με Χατζηδάκη και Τσιάρα, μέτρα για τους αγρότες που κάθε άλλο παρά καινούργια μοιάζουν, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου σπεύδει να στείλει (δική του απόφαση άραγε;) εντολή στους εισαγγελείς της χώρας. Να κινηθούν εναντίον των αγροτών στα μπλόκα με βάση τον Ποινικό Κώδικα και τον ΚΟΚ. Αντί για εκτόνωση, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά.

Θυμάμαι και την υπόθεση με τις πυρκαγιές στην Πάτρα. Δύο νεαροί οδηγήθηκαν βιαστικά στη φυλακή και δύο εβδομάδες μετά, αφέθηκαν ελεύθεροι. Αν δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία, γιατί αυτή η επίδειξη «ταχύτητας»;

Το ερώτημα γίνεται πια θεσμικό: Τί πειράματα κάνει η Δικαιοσύνη κόντρα στον ίδιο της τον εαυτό; Γιατί εκθέτει το κύρος της, δίνοντας επιχειρήματα σε μια μεγάλη μερίδα πολιτών που – όπως αποτυπώνεται δημοσκοπικά – πιστεύουν ότι δεν είναι ανεξάρτητη και ότι επηρεάζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση;

Και μέσα σε όλα, παραμένει μετέωρη η δέσμευση του Πρωθυπουργού για συνταγματική αλλαγή στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, ώστε να είναι πραγματικά ανεξάρτητη από κόμματα και κυβερνήσεις. Δεν βοηθά, πάντως, όταν η Βουλή – διακομματικά – αποφασίζει να δείξει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο για Γενικό Εισαγγελέα και η κυβέρνηση να επιλέγει άλλο, μάλιστα με θητεία μόλις ενός έτους λόγω συνταξιοδότησης, όπως και η προεδρία του Αρείου Πάγου.

Η Δικαιοσύνη δεν αντέχει άλλο «θόρυβο» γύρω από λάθος πράγματα. Αν θέλει να προστατεύσει την αξιοπιστία της, χρειάζεται καθαρές απαντήσεις, ισότιμη αυστηρότητα και, κυρίως, να πάψει να μοιάζει επιλεκτική ή κατευθυνόμενη. Γιατί όταν ο πολίτης χάσει την εμπιστοσύνη του, δεν καταρρέει απλώς ένας θεσμός. Κλονίζεται ολόκληρη η δημοκρατική ισορροπία.