Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να βλέπει μια μικρή ανάκαμψη στην πρόθεση ψήφου, αλλά θα ήταν πολιτικό λάθος να τη διαβάσει ως επιστροφή εμπιστοσύνης. Γιατί οι ίδιες δημοσκοπήσεις που τη δείχνουν πρώτη, καταγράφουν ταυτόχρονα μια κοινωνία θυμωμένη, δύσπιστη και έτοιμη να τιμωρήσει. Για την ακρίβεια που δεν υποχωρεί. Για το σκάνδαλο των υποκλοπών που παραμένει ανοιχτή πληγή. Για τη Δικαιοσύνη που στα μάτια μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης δεν έχει πείσει ότι μπορεί να αποδώσει κάθαρση σε υποθέσεις όπως τα Τέμπη. Για τα σκάνδαλα τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ. Και, πάνω απ’ όλα, για ένα πολιτικό προσωπικό που μοιάζει να έχει εξαντλήσει το απόθεμα αξιοπιστίας του.
Η πρώτη ανάγνωση των μετρήσεων είναι βολική για το Μέγαρο Μαξίμου: η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη και σε ορισμένες έρευνες κερδίζει έδαφος. Η δεύτερη ανάγνωση, όμως, είναι πολύ πιο αμείλικτη. Στην ALCO η ΝΔ βρίσκεται στο 25,1% στην πρόθεση ψήφου, με τους αναποφάσιστους να φτάνουν το 18,9%, ενώ σε άλλη μέτρηση, της Interview, ανεβαίνει μεν στην εκτίμηση ψήφου, αλλά και πάλι χωρίς να μετατρέπεται το προβάδισμα σε πειστικό ορίζοντα αυτοδυναμίας. Η απόσταση από τον στόχο παραμένει μεγάλη.
Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; Όταν το 84% λέει ουσιαστικά ότι η ακρίβεια δεν έχει περιοριστεί, ποιος ακριβώς δικαιούται να μιλά για πολιτική ανάκαμψη; Η κάλπη δεν γεμίζει με διαγράμματα, αλλά με λογαριασμούς σούπερ μάρκετ, ενοίκια, καύσιμα και μια καθημερινότητα που για τη μεσαία τάξη και τους πιο αδύναμους έχει γίνει μόνιμη άσκηση επιβίωσης. Η κυβέρνηση πληρώνει ήδη αυτό που αρνείται να παραδεχθεί: ότι η οικονομική πίεση δεν είναι «εικόνα», είναι εμπειρία.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθε και το σκάνδαλο των υποκλοπών να υπενθυμίσει ότι η φθορά της κυβέρνησης δεν είναι μόνο καταναλωτική, αλλά και θεσμική. Το 67% θεωρεί ότι η δικαστική απόφαση για τις υποκλοπές εκθέτει πολιτικά την κυβέρνηση, ενώ το 68% πιστεύει ότι για να υπάρξει δικαιοσύνη και κάθαρση απαιτείται πολιτική αλλαγή. Αυτά τα ποσοστά δεν είναι μια στιγμιαία γκρίνια. Είναι βαθιά ρήγματα εμπιστοσύνης. Είναι η απόσταση ανάμεσα στην τυπική κυβερνητική κυριαρχία και στη χαμένη ηθική νομιμοποίηση.
Η εικόνα στην αντιπολίτευση είναι σχεδόν θλιβερή. Ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται σε ποσοστά πολιτικής συρρίκνωσης, με 4,2% στην ALCO και 3,5% στην εκτίμηση ψήφου της Interview, ενώ η Νέα Αριστερά μετά βίας καταγράφεται. Η μεγάλη παράταξη της κυβερνώσας Αριστεράς κατέληξε να παλεύει με τα ερείπιά της και η διάσπαση όχι μόνο δεν έφερε ανανέωση, αλλά αποκάλυψε την έκταση της αποσύνθεσης.
Για το ΠΑΣΟΚ, πάλι, η λέξη που ταιριάζει είναι μία: στασιμότητα. Δεύτερο μεν, αλλά χωρίς ρεύμα, χωρίς εκτόπισμα, χωρίς εκείνο το πολιτικό «κάτι» που θα έκανε τους πολίτες να πιστέψουν ότι μπορεί να γίνει ο βασικός εκφραστής της εναλλαγής. Κολλημένη βελόνα. Και μέσα σε αυτό, οι γνωστοί μικρομηχανισμοί, οι παλιοί και νέοι τσακωμοί, οι διαφορετικές γραμμές, τα πρόσωπα που τραβούν αλλού το κόμμα. Ό,τι κι αν λέει δημόσια η ηγεσία, η εικόνα που βγαίνει προς τα έξω παραμένει μιας παράταξης που δεν έχει λύσει ούτε το ερώτημα της ταυτότητάς της, ούτε το ερώτημα της ηγεμονίας στο χώρο της κεντροαριστεράς.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ουσιαστικό μήνυμα των δημοσκοπήσεων: όλο και περισσότεροι πολίτες δεν ψάχνουν απλώς ποιον να ψηφίσουν, αλλά κάτι άλλο να πιστέψουν. Η ALCO καταγράφει ότι το 50% λέει πως δεν υπάρχει σήμερα κόμμα που να το εκφράζει σε σημαντικό βαθμό. Αυτό είναι το πιο εκκωφαντικό εύρημα από όλα. Όχι η διαφορά πρώτου-δεύτερου, αλλά το πολιτικό κενό εκπροσώπησης. Η κρίση δεν είναι πια μόνο κρίση κομμάτων. Είναι κρίση αντιπροσώπευσης.
Και όταν μια κοινωνία αρχίζει να ψάχνει «κάτι άλλο», τότε το πρόβλημα για το πολιτικό σύστημα είναι πολύ μεγαλύτερο από μια απλή διακύμανση ποσοστών. Είναι προειδοποίηση.