Στην Ελλάδα του 1911 αρχίζει να κυριαρχεί η μορφή του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος έχοντας κερδίσει με συντριπτική πλειοψηφία τις εκλογές τον Νοέμβριο του 1910, σχημάτισε κυβέρνηση. Η αναδειχθείσα διπλή Βουλή, γνωστή ως Β΄ διπλή Αναθεωρητική Βουλή, θα προβεί τάχιστα προς αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864.
Ενα από τα θέματα που συντάραζε εκείνη την εποχή την χώρα ήταν το «Γλωσσικό ζήτημα», που είχε μεν βαθιές, χρονικά, ρίζες, αλλά πλέον είχε πάρει καθαρά πολιτικές και επικίνδυνες διαστάσεις με συλλαλητήρια και εξεγέρσεις στους δρόμους, αψιμαχίες και επεισόδια στο πανεπιστήμιο και τη Βουλή.
Oι εφημερίδες της εποχής κάλυπταν με πρωτοσέλιδους 6στηλους τίτλους και εκτενή αρθρογραφία τα γεγονότα.
Μόνο που στις αρχές του 1911, ένα ακόμα θέμα έρχεται να ταράξει την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα της Αθήνας και για αρκετό καιρό θα μοιράζεται με το «Γλωσσικό» τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Η γυναικεία φούστα-παντελόνι (jupe culotte), ή σαλβάρι ή σαλβαροειδές φουστάνι ή πανταλονοφούστανο ή βρακοφούστανο ή φούστα βράκα ή βρακοειδές αλά χανούμ, που μας ήρθε από τα «ένδοξα Παρίσια».
«Την Ελλάδα συνταράσσει το γλωσσικό ζήτημα και την Ευρώπη αναστατώνει το ζήτημα το ..φουστανικό», γράφει σε χρονογράφημά του στην εφημερίδα Καιροί, ο Τίμος Μωραϊτίνης.
Τα σαλβάρια έκαναν δειλά – δειλά την εμφάνισή τους το 1910 στην Γαλλία, στις ιπποδρομίες του Ωτέιγ (Αuteuil) και Λονγκσάν (Longchamp), που παραδοσιακά ήταν χώροι και κοσμικής συνάθροισης στο Παρίσι. Μόλις δέκα γυναίκες τόλμησαν αρχικά να κάνουν την εμφάνισή τους στο Ιπποδρόμιο του Ωτέιγ, αλλά σύντομα τράπηκαν σε φυγή εξ αιτίας των ειρωνικών σχολίων και των προσβολών που δέχτηκαν από άντρες αλλά και γυναίκες. Οι τελευταίες ίσως να ζήλευαν τις «σαλβαροφορούσες» για την ελευθερία των κινήσεων που τους έδινε το ένδυμά τους, σε αντίθεση με εκείνες που φορούσαν τα «αντραβέ» φορέματα της εποχής, τα οποία λίγο κάτω από τα γόνατα είχαν εξωτερικά ταινία σε μορφή ζώνης που τα συνέσφιγγε ελαφρά με αποτέλεσμα να παρεμποδίζει τον μεγάλο βηματισμό αλλά και την άνοδο σε σκάλες.
Τα σαλβάρια στην Αθήνα – Οι «σαλβαροφορούσες» κινδύνεψαν να λιντσαριστούν από το πλήθος. Επενέβη η αστυνομία.
Τα σαλβάρια εμφανίστηκαν στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 1911 στην παράσταση της τρίπρακτης οπερέτας «Εύθυμη χήρα» του Φραντς Λέχαρ στο κινηματοθέατρο «Πολυθέαμα». Αν και η οπερέτα αυτή αποτέλεσε την πιο επιτυχημένη δουλειά του Λέχαρ και την πιο δημοφιλή οπερέτα όλων των εποχών, έτυχε μιας άδικης και άστοχης προβολής μέσω του Τύπου, ο οποίος θα γράψει: «Η Εύθυμος χήρα» με την δεσποινίδα Κολυβά εμφανιζομένη με σαλβάρια, την φούστα της μόδας, δια την οποίαν τόσος ηγέρθη θόρυβος εις Παρισίους. ΄Ολαι αι κυρίαι πρέπει να την ιδούν».
Μόνο που οι αντιδράσεις όσων κυριών και κυρίων παρακολούθησαν την παράσταση δεν ήταν και πολύ θετικές. Όταν κατά την α΄ πράξη της παράστασης η καλλιτέχνιδα εμφανίστηκε φορώντας το σαλβάρι, ακούστηκαν πολλά σφυρίγματα και αποδοκιμασίες και ελάχιστα χειροκροτήματα. Η απήχηση βεβαίως του ενδύματος ευρύτερα στην κοινωνία δεν ήταν δυνατόν να αξιολογηθεί σε ένα βράδυ από τις αντιδράσεις ενός περιορισμένου κοινού μιας παράστασης. Όταν όμως γυναίκες εμφανίστηκαν τις επόμενες μέρες να κυκλοφορούν σε ώρες αιχμής φορώντας σαλβάρι, τα πράγματα άρχισαν να παίρνουν περίεργη και άσχημη τροπή.
Λίγες μέρες νωρίτερα ο «Φιλέας Φογκ» (ψευδώνυμο του Γεώργιου Τσοκόπουλου) είχε προβλέψει σε πρωτοσέλιδο χρονογράφημά του ότι «η βράκα-φούστα» δεν θα έχει καμία επιτυχία στην Ελλάδα. Προειδοποιούσε μάλιστα το αναγνωστικό κοινό ότι αν κάνει κάποια την απόπειρα να την φορέσει, «είμαστε και μεις εδώ για να αμυνθούμε της ελληνικής καλαισθησίας, γιαυτό δεν θα αρκεστούμε στα σφυρίγματα αλλά θα ζητήσουμε την συνεπικουρία των λεμονιών»!.
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, που αφιέρωσε τρία χρονογραφήματα για το σαλβάρι, θα αποκαλέσει «μισονεϊσμό» τις αντιδράσεις του πλήθους, «ο οποίος», όπως γράφει, «είναι έμφυτος στις κοινωνίες των ζώων και των ανθρώπων, γιαυτό κάθε καινοτομία και η αθωότερη συναντά τόσα εμπόδια. Οι άνθρωποι παραξενεύονται, εκπλήσσονται, αγανακτούν και πριν σκεφτούν άλλο τίποτα, σκέπτονται να την πολεμήσουν και να την κατατροπώσουν και οσάκις σωρεύουν λογικοφανή επιχειρήματα εναντίον μίας καινοτομίας κατά βάθος δε είναι άλλο που ομιλεί παρά ο άγριος, ο ενστιγματικός, ο ζωώδης «μισονεϊσμός».
Σε άλλο χρονογράφημα του θα περιγράψει την εμπειρία του όταν βρέθηκε, τυχαία, μάρτυρας σε ένα τέτοιο επεισόδιο στο κέντρο της Αθήνας.
«Δύο κυρίες από εκείνες οι οποίες στα προγράμματα των καφωδείων ονομάζονται ελληνογαλλιστί «αρτίστες», φόρεσαν προχθές το βράδυ τα νεότευκτα σαλβάρια τους και ετόλμησαν να εξέλθουν πεζή».
Ο Ξενόπουλος, διηγείται ότι άκουσε αλαλαγμούς να έρχονται από τα Χαυτεία και νόμιζε ότι κάποιος «μαλλιαρός» θα αποκαλύφθηκε και θα τον γιουχάιζε το πλήθος. Όταν πλησίασε κοντά να δει τί συμβαίνει είδε στην κεφαλή της διαδήλωσης δύο κομψές κυρίες που ανέβαιναν από τα Χαυτεία προς την Πανεπιστημίου. Σιγά σιγά άρχισε να μαζεύεται πλήθος γύρω τους και κυριολεκτικά να τις περικυκλώνουν εκδηλώνοντας την αγανάκτησή τους με κραυγές. «Κάτω οι βράκες»! «Βγάλτε τα! Βγάλτε τα»!
«Ήξερα πλέον τί συνέβαινε και έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου-ελπίζω δε όχι και τελευταία- το νέον γυναικείο ένδυμα, το οποίο παντού όπου εμφανίστηκε, προκάλεσε τις ίδιες σκηνές, τις ίδιες αποδοκιμασίες του πλήθους. Και να σας ειπώ την αμαρτία μου; Όταν οι δύο κυρίες πέρασαν από μπροστά μου, ακολουθούμενες και περιστοιχιζόμενες από τους διώκτες τους, το είδα καλά και το εθαύμασα», εξομολογείται ο Ξενόπουλος και συνεχίζει: «Ίσως αγαπώ και συμπαθώ πάν ότι μισείται και καταδιώκεται υπό του πλήθους. Αλλά σας βεβαιώ ότι ήταν κάτι πρωτότυπο, ιδιόρρυθμο, κομψό και άνετο. Δεν είχε τίποτα το άσεμνο, ούτε καν κάτι ανδρικό. Επέτρεπε μόνο την ελεύθερη χρήση των ποδιών».
Οι «βρακοφορούσες» κυρίες επιτάχυναν το βήμα τους. Μπήκαν στο καφενείο «Πανελλήνιον» και κάθισαν σε ένα τραπέζι να πιούν την μπύρα τους, ατάραχες έως εκείνη την ώρα. Αλλά η κατάσταση δεν άλλαξε, αντιθέτως χειροτέρεψε. Ο κόσμος παρέμενε έξω από το καφενείο αλλά τώρα και οι θαμώνες του καφενείου άρχισαν να αντιδρούν άσχημα. «Πρόγκα απέξω, πρόγκα από μέσα», γράφει ο Ξενόπουλος. Οι κυρίες άρχισαν να τα χάνουν και να φοβούνται. Ο ιδιοκτήτης τους ζήτησε να φύγουν αλλά και οι ίδιες δεν ήθελαν να παραμείνουν άλλο. Ζήτησαν να έρθει ένα αμάξι να τις πάρει, το οποίο με χίλια βάσανα βρέθηκε και οι κυρίες κατόρθωσαν με μεγάλη δυσκολία να επιβιβαστούν εν μέσω γιουχαϊσμάτων, ακόμα και των γκαρσονιών.
«Τας διαθέσεις του κόσμου τις είδομεν και εις τα Αθήνας. Αλλ΄αυτό εξαρτάται από την τύχη που θα έχει η νέα μόδα εις την Ευρώπη. Αν γενικευθεί εκεί, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι θα εισαχθεί και εις τα Αθήνας και θα επικρατήσει. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να νικήσουν αι γυναίκες – φθάνει να θέλουν- και ένας είναι να πηγαίνουν εις τα σπίτια βρακοφορούσαι με το αμάξι και πριν εκτεθούν εις τους δρόμους να κάνουν τους άνδρας να συνηθίσουν το νέον φόρεμα, βλέποντες την χάριν του και την κομψότητά του εις τα σαλόνια. Άλλοι όμως ισχυρίζονται, ότι η νέα μόδα θα εύρει πολύ μεγαλυτέραν αντίστασιν εις τα Αθήνας, διότι οι Έλληνες δεν θα επιτρέψουν ποτέ εις τα Ελληνίδας να παρουσιασθούν με φόρεμα…τούρκικον. Ο κίνδυνος, εννοώ της βράκας, είναι τω όντι σοβαρός, διότι οι καλοί πατριώται θα εύρουν πάλιν ευκαιρίαν να επιδείξουν τα επίζηλα χαρίσματά των. Και ποίος ηξεύρει! Προ μιάς «πανελληνίου εξεγέρσεως», ημπορεί να νικηθούν και αι ανίκητοι γυναίκες». Γρηγ. Ξενόπουλος.
Παρόμοιες σκηνές σαν αυτή που περιγράφει ο Ξενόπουλος συνέβησαν κι άλλες στην Αθήνα με εξωφρενικές αντιδράσεις, κυρίως του ανδρικού πληθυσμού και κάποιες φορές για να αποφευχθούν τα χειρότερα λόγω του μένους ορισμένων, χρειάστηκε η επέμβαση της αστυνομίας για να προστατέψει τις γυναίκες που επέλεξαν να φορέσουν σαλβάρι και ναι! Να ακολουθήσουν την μόδα!
Η Καλλιρόη Παρρέν παίρνει θέση για το σαλβάρι
Το 1911 ιδρύεται από την Καλλιρόη Παρρέν το Λύκειο των Ελληνίδων. Στην ομιλία της στον Παρνασσό, θα προτείνει στο γυναικείο ακροατήριό της να μην φορέσει το σαλβάρι, προσεγγίζοντας, ατυχώς, το θέμα από πατριωτικοεθνικιστική σκοπιά και όχι από την θέση μιας χειραφετημένης γυναίκας που θα έπρεπε να αποβλέπει στην χρηστικότητα του ενδύματος και κυρίως στην προάσπιση της ελευθερίας των ενδυματολογικών, εν προκειμένω, επιλογών των ομοφύλων της.
(…) Οι Ελληνίδες έχουμε καθήκον να αντιτάξουμε στο ένδυμα «σαλβάρι» το ελληνικό ένδυμα είτε της αρχαίας είτε της Βυζαντινής εποχής». Και προχώρησε ακόμα περισσότερο υποστηρίζονταςότι «θα μπορούσαμε να αντιτάξουμε και το ένδυμα των Σουλιωτισσών όταν χόρευαν τον χορό του Ζαλόγγου, ότι τουλάχιστον αυτό θα θυμίζει την μεγαλυτέραν δόξα του κόσμου ενώ το σαλβάρι θυμίζει χρόνους σκότους, σκλαβιάς και τυραννίας».
Το θέμα δεν είναι μόνο ελληνικό. Το σαλβάρι το υποδέχονται παντού με γιουχαΐσματα!
Ο Τίμος Μωραϊτίνης θα γράψει : «Οι Παριζιάνοι είναι αδύνατον να το ανεχθούν, οι Βερολινέζοι δεν το συγχωρούν, οι Βιεννέζοι δεν το υποφέρουν. Αποδοκιμασίες και γιουχαΐσματα υποδέχονται την εμφάνισή του. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις μέχρι και συλλαλητήρια διοργανώθηκαν». Στο Παρίσι η γνωστή λογοτέχνης Κολέτ αναφωνεί: «Jupe, oui! Culotte, oui! Jupe culotte, No!”
Στο Λονδίνο τα σαλβάρια δημιουργούν ρήγμα στις σχέσεις των σουφραζετών!
Τα σαλβάρια, η νέα μόδα, προκάλεσε αναστάτωση και στο Λονδίνο. Μία κυρία, γράφει ο αγγλικός Τύπος, έκανε την εμφάνισή της στην Ριτζεντ Στριτ συνοδευόμενη υπό κυρίου, φορούσα σαλβάρι. Το πλήθος δεν σεβάστηκε ούτε ότι συνοδευόταν και άρχισε τα σφυρίγματα και τις ειρωνείες. Το ζευγάρι βρήκε άσυλο σε κάποιο κατάστημα για να προστατευθεί.
Ρήγμα επήλθε και μεταξύ των Αγγλίδων σουφραζέτ, οι οποίες μέχρι τότε είχαν δώσει δείγματα θαυμάσια, σύμπνοιας και συναδελφότητας. Το ζήτημα των σαλβαριών τις διαίρεσε σε δύο στρατόπεδα. Το ένα ζητούσε να μην φορεθούν τουλάχιστον αμέσως, για να μη χάσουν οι γυναίκες την συμπάθεια των ανδρών. Το άλλο στρατόπεδο αντιθέτως ζητούσε αμέσως να διαδοθεί η μόδα και στην Αγγλία. Η επίσημη εφημερίδα τους «Γυναικεία ψήφος» ασχολήθηκε πολύ εκείνο τον καιρό για να συμβιβάσει τα δύο στρατόπεδα.
«Η δύναμη της γυναίκας σήμερα τουλάχιστον, είναι το φόρεμα» έγραφε μία εκ των εχθρών του σαλβαριού. Όταν το εγκαταλείψουμε και φορέσουμε παντελόνια, θα χάσουμε αμέσως την εκτίμηση των ανδρών. Θα χάσουμε επομένως όλους τους κόπους στους οποίου υποβληθήκαμε μέχρι τώρα για να πετύχουμε την εκτίμηση των ανδρών. Οι αγώνες μας οι οποίοι έφτασαν πολλές φορές σε «επικά» ύψη(!), θα ματαιωθούν όταν οι άνδρες νομίσουν ότι τρελαθήκαμε. Διότι μέχρι τώρα αυτή η γνώμη επικρατεί για μας στο ισχυρό φύλλο περί των..σαλβαροφόρων, ευτυχώς ελαχίστων».
«Τα φουστάνια», γράφει μία οπαδός των σαλβαριών, «είναι σύμβολο, μπορούμε να πούμε, της μειονεκτικής θέσης της γυναίκας την οποία ανέκαθεν κατείχε η γυναίκα στην κοινωνία. Οι γυναίκες οι οποίες μάχονται για την κατάκτηση των δικαιωμάτων, τα οποία αυθαιρέτως έχουν λάβει οι άντρες στην κοινωνία, οφείλουν πρώτες να δώσουν το παράδειγμα ενδυόμεναι κατά τον ίδιο τρόπο με τους άντρες».
Μία άλλη αναγνώστρια σουφραζέτα, συμπλέοντας στις απόψεις με την υποστηρίκτρια των σαλβαριών, γράφει ότι «είναι ιστορικοί άλλωστε οι λόγοι με πείθουν ότι τα φουστάνια είναι σατανική εφεύρεση των ανδρών μέσω της οποίας επεδίωξαν την ταπείνωση των γυναικών».
Η πολεμική διήρκεσε και εντάθηκε όταν κάποιες εξ αυτών αποφάσισαν πριν λυθεί το θέμα οριστικά, να κυκλοφορήσουν με παντελόνια σαλβάρια. Αυτό εξόργισε κάποιες και δημοσίως επιτέθηκαν και έσκισαν τα σαλβάρια υπό το βλέμμα των περαστικών που γελούσαν και χειροκροτούσαν.
Το Βατικανό τάσσεται κατά του σαλβαριού. Εγκύκλιοι προς καθολικούς ιερείς στην Αμερική να καταδικάσουν το … «ένδυμα του διαβόλου»!
Σαν αν μην έφταναν οι αποδοκιμασίες απ’ όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπου έκανε την εμφάνισή της η μόδα αυτή, εκκίνησε και την αγανάκτηση του Πάπα, ο οποίος έστειλε εγκυκλίους προς τους καθολικούς ιερείς στην Αμερική, όπου το σαλβάρι είχε τύχει ευμενούς υποδοχής, με τις οποίες τους παραγγέλλει να καταδικάσουν από του άμβωνος το νέο ένδυμα και να είναι εξαιρετικά αυστηροί προς όσες κυρίες ακολουθούν αυτή τη μόδα απειλώντας τις έως και με αφορισμό. Έτσι το «βρακοφούστανο» θεωρήθηκε μέχρι και «ένδυμα του διαβόλου».
Και μία γενναία γυναικεία θέση: «Και γιατί να μη φορέσω σαλβάρι; Εσείς οι άντρες δεν φορέσατε τραχηλιές από δαντέλες και κεντήματα; Δεν φορέσατε χλαμύδες»;
Yπήρξαν όμως κα αγέρωχες γυναικείες φωνές, αντίβαρο στις ανόητες αλλά και μισαλλόδοξες αντιδράσεις. Μία γυναίκα με τις ρητορικές ερωτήσεις της, έδωσε αποστομωτικές απαντήσεις στους πάντες!
–Και γιατί να μη φορέσω σαλβάρι; Μας φαίνεται περίεργο τώρα, όπως θα φαινόταν περίεργο στις γυναίκες του 1860 όταν έμαθαν ότι αλλού φορέθηκε το κρινολίνο. Δεν φόρεσαν προ διακοσίων ετών καράβια στα κεφάλια τους οι Παριζιάνες και δεν φορέσατε εσείς οι άντρες δαντέλες βαλενσέν στα βελούδινα παντελόνια σας, κύριε μου; δεν φορέσατε χλαμύδες; Δεν φορέσατε τραχηλιά από μεταξωτά τρίχαπτα (κεντήματα) και δεν φορέσαμε εμείς τουρνούρα (το μαξιλαράκι που σήκωνε και φούσκωνε το πίσω μέρος της φούστας), το γελοιωδέστερο και πλέον ανόητο επινόημα ενός συρμού; Αν σε ένα πρόγονό μας που περιφέρετο ελαφρώς με μία χλαμύδα στην πλάτη του, έλεγαν ότι θα έλθει μέρα που θα φορέσει παντελόνι, δεν θα ορκιζόταν ότι δεν θα γίνει ποτέ τόσο γελοίος;
-Πότε θα την φορέσετε και την …βράκα; Ρωτά ο δημοσιογράφος.
–Όχι μόνο θα την φορέσουμε, αλλά δεν θα γυρίζετε και να μας κοιτάζετε άμα δεν την φορούμε.
Πώς φτάσαμε ως … εκεί.
Μετά τα φρικτά κρινολίνα του 1860, τους επικίνδυνους κορσέδες και τα γελοία καπέλα φορτωμένα με ανθοστόλιστους κήπους και καρφιτσωμένα επάνω τους με καρφίτσες -λόγχες όλα τα πτηνά του ουρανού, εμφανίστηκε δειλά την ίδια εποχή το σαλβάρι από την Αμερικανίδα Αμέλια Μπλούμερ που είχε έρθει στο Λονδίνο το 1951 και το παρουσίασε αρχικά για τις ποδηλάτισσες.
Τα φαρδιά παντελόνια (σαλβάρια), ως καθημερινό γυναικείο ένδυμα, έχει γραφτεί ότι πρώτη σχεδίασε το 1910 η Γαλλίδα σχεδιάστρια μόδας των αρχών του 20ου αιώνα, Ζαν Μαργκέν Λακρουά (Jeanne Margaine-Lacroix, 1868-1930), λίγους μήνες πριν από τον συνάδελφό της, μέγα σχεδιαστή μόδας αργότερα, Πώλ Πουαρέ (Paul Poiret, 1879 -1944), ο οποίος όμως ισχυρίστηκε ότι πρώτος έκανε τα σχέδια και πήρε τα εύσημα για την ανάδειξή και επιβολή τους στο ευρύ κοινό της Γαλλίας. Η Ζαν Μαργκέν ήταν κόρη της επίσης σχεδιάστριας μόδας, Αρμαντίν Φρεσναί Μαργκαίν (Armandine Fresnais-Margaine (1835-1899) και το 1889, μετά το θάνατο της μητέρας της, κληρονόμησε τον παριζιάνικο οίκο μόδας. Η Ζαν Μαργκέν απέκτησε μεγάλη προβολή και αναγνωρισιμότητα στην εποχή της, αλλά με τα χρόνια λησμονήθηκε.
Mπορεί στη σημερινή εποχή όλα αυτά που συνέβησαν να προξενούν θυμηδία και να θεωρούνται λίγο γραφικά, αλλά δημιούργησαν μεγάλες κοινωνικές, πολιτικές ακόμα και θρησκευτικές ταραχές. Οι γυναίκες έβρισκαν παντού εμπόδια που έστηναν στο δρόμο τους οι ασάλευτες πατριαρχικές αντιλήψεις και οι παρεμβάσεις στη ενδυμασία και το χτένισμά τους δεν είναι επουσιώδεις παρεμβάσεις αλλά είναι συνδεδεμένες άρρηκτα με το δικαίωμα γενικώς της ελεύθερης έκφρασης απόψεων και επιλογών για την ζωή τους όπως η εκπαίδευση, οι σπουδές, η εργασία και η επιλογή συντρόφου.
Κι αυτό κράτησε πάρα πολύ….
Χριστίνα Φίλιππα
ΣΑΛΒΑΡΙ: Η ετυμολογία της λέξης αυτής προέρχεται από την χαλδαϊκή λέξη σαρβαλίν, προκειμένου για τα φαρδιά παντελόνια. Οι Μικρασιάτες Έλληνες τα αποκαλούσαν “σαράβαρα”, οι δε Τούρκοι “şalvar”. Γενικότερα το σαλβάρι (ουδέτερο) είναι το φαρδύ παντελόνι που φορούσαν παλιά οι χωρικοί. Συνώνυμο της λέξης σαρβάρι, είναι η πανταλόνα και η βράκα.