Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η υπογραφή της Συμφωνίας Κοινής Άμυνας της Μέκκας από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, στις 7 Αυγούστου 2026, συνιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο για τη θεωρία των συμμαχιών και, ευρύτερα, για τη μελέτη του μετασχηματισμού των περιφερειακών συστημάτων ασφαλείας. Η σημασία της δεν εξαντλείται ούτε στο άθροισμα της στρατιωτικής ισχύος των συμβαλλομένων ούτε στη συμβολική βαρύτητα της Μέκκας. Εντοπίζεται πρωτίστως στην απόπειρα τριών δυνάμεων διαφορετικού γεωπολιτικού προσανατολισμού να θεσμοποιήσουν έναν μηχανισμό συλλογικής αποτροπής, χωρίς να εγκαταλείπουν τις υφιστάμενες εξωτερικές ευθυγραμμίσεις τους. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, η Σαουδική Αραβία διατηρεί κρίσιμους δεσμούς ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το Πακιστάν στηρίζεται στη στρατηγική σχέση του με την Κίνα. Υπό αυτή την έννοια, η συμφωνία ερμηνεύεται πειστικότερα ως θεσμοποίηση στρατηγικής αντιστάθμισης κινδύνου (strategic hedging) σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας.
Η θεωρητική της σημασία καθίσταται σαφέστερη μέσα από τη συνδυαστική αξιοποίηση του νεορεαλισμού, της θεωρίας εξισορρόπησης της απειλής και της βιβλιογραφίας περί στρατηγικής αυτονομίας. Στον δομικό ρεαλισμό του Kenneth Waltz, η απουσία υπερκείμενης αρχής ικανής να εγγυηθεί την επιβίωση των κρατών καθιστά την αυτοβοήθεια (self-help) θεμελιώδη αρχή του διεθνούς συστήματος. Η Μέκκα μπορεί, συνεπώς, να ιδωθεί ως απάντηση στη διάχυση της στρατιωτικής ισχύος, στην όξυνση περιφερειακών ανταγωνισμών και στην αβεβαιότητα ως προς την αξιοπιστία των εξωτερικών εγγυήσεων. Εντούτοις, η ισορροπία ισχύος δεν επαρκεί ως ερμηνευτικό σχήμα. Η θεωρία του Stephen Walt περί εξισορρόπησης απειλής (balance of threat) υπενθυμίζει ότι τα κράτη αντιδρούν όχι μηχανιστικά στην ισχύ, αλλά στην αντιλαμβανόμενη απειλή, όπως αυτή διαμορφώνεται από τη γεωγραφική εγγύτητα, τις επιθετικές δυνατότητες και τις εκτιμώμενες προθέσεις των άλλων δρώντων.
Ακριβώς εδώ εντοπίζεται μια βασική ιδιομορφία της τριμερούς συνεργασίας – Άγκυρα, Ριάντ και Ισλαμαμπάντ δεν συμμερίζονται ενιαία ιεράρχηση απειλών. Για τη Σαουδική Αραβία, η ασφάλεια του Κόλπου και η προστασία των ενεργειακών υποδομών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Για την Τουρκία, το Ιράν είναι συγχρόνως ανταγωνιστής, γείτονας και αναγκαίος συνομιλητής, ενώ το Πακιστάν εξακολουθεί να οργανώνει μεγάλο μέρος του στρατηγικού του σχεδιασμού γύρω από την αντιπαλότητα με την Ινδία. Επομένως, η συμμαχία δεν απορρέει από ταυτόσημες αντιλήψεις απειλής, αλλά από την προσδοκία ότι η συνεργασία αυξάνει την αποτρεπτική ικανότητα κάθε μέλους έναντι διαφορετικών κινδύνων. Η ετερογένεια αυτή αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και δυνητική αδυναμία, καθώς επαναφέρει το κλασικό δίλημμα εγκατάλειψης και παγίδευσης (abandonment–entrapment dilemma): κάθε σύμμαχος επιζητεί αξιόπιστες εγγυήσεις υποστήριξης, χωρίς να επιθυμεί εμπλοκή σε συγκρούσεις που απορρέουν από τις ιδιαίτερες προτεραιότητες των εταίρων του.
Η υλική δομή της τριάδας εμφανίζει, πάντως, αξιοσημείωτη συμπληρωματικότητα. Η Τουρκία συνεισφέρει συμβατική στρατιωτική ισχύ, επιχειρησιακή εμπειρία και αναπτυγμένη αμυντική βιομηχανία· η Σαουδική Αραβία οικονομική και ενεργειακή ισχύ, χρηματοδοτική δυνατότητα και κομβική γεωπολιτική θέση· το Πακιστάν μεγάλο στρατιωτικό δυναμικό, εμπειρία συνεργασίας με τα κράτη του Κόλπου και την ιδιότητα της πυρηνικής δύναμης. Πρόκειται, επομένως, για μορφή capability aggregation, δηλαδή συνάθροισης διαφορετικών κατηγοριών ισχύος, η οποία δύναται να παραγάγει ενισχυμένο αποτρεπτικό αποτέλεσμα, εφόσον συνοδευθεί από ουσιαστική στρατιωτική διαλειτουργικότητα. Η πυρηνική διάσταση απαιτεί, ωστόσο, αναλυτική προσοχή. Η συμμετοχή του Πακιστάν δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με επέκταση της πυρηνικής αποτροπής του στους εταίρους, καθώς η εκτεταμένη αποτροπή (extended deterrence) προϋποθέτει σαφή και αξιόπιστη πολιτική δέσμευση υπεράσπισης τρίτου κράτους.
Η ιστορική σύγκριση με το Σύμφωνο της Βαγδάτης φωτίζει ακόμη περισσότερο τη μεταβολή. Το 1955, η Τουρκία και το Πακιστάν συμμετείχαν σε μηχανισμό ασφαλείας ενταγμένο στη δυτική στρατηγική ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης, με τη Βρετανία ως πλήρες μέλος και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ενεργό υποστηρικτή. Εκείνο το σχήμα αποτελούσε μορφή εξωτερικής εξισορόπησης: οι περιφερειακές δυνάμεις συνέδεαν την ασφάλειά τους με εξωτερικούς πόλους ισχύος. Αντιθέτως, η Μέκκα επιχειρεί να συναθροίσει ενδογενείς περιφερειακές δυνατότητες, χωρίς τυπική παρουσία εξωτερικού ηγεμόνα. Εάν η Βαγδάτη εξέφραζε την περιφερειοποίηση της δυτικής ανάσχεσης, η Μέκκα παραπέμπει στην ενδογενοποίηση της περιφερειακής αποτροπής και στη διεύρυνση των περιθωρίων στρατηγικού ελιγμού των μεσαίων δυνάμεων.
Η ιστορική εμπειρία της CENTO, ωστόσο, υπενθυμίζει ότι η υλική ισχύς δεν επαρκεί για τη μακροημέρευση μιας συμμαχίας. Απαιτούνται επαρκής σύγκλιση στις αντιλήψεις απειλής, πολιτική συνέχεια και θεσμοί ικανοί να διαχειρίζονται αποκλίσεις συμφερόντων. Το ίδιο κριτήριο αφορά και τη Μέκκα. Η συμφωνία θα αποκτήσει ουσιαστικό επιχειρησιακό περιεχόμενο μόνον εάν εξελιχθεί σε σταθερούς μηχανισμούς διαβούλευσης, ανταλλαγής πληροφοριών, κοινών ασκήσεων, αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας και στρατιωτικού σχεδιασμού. Διαφορετικά, ενδέχεται να παραμείνει περισσότερο πολιτικό σήμα αλληλεγγύης παρά συνεκτική στρατιωτική συμμαχία.
Η επιλογή της Μέκκας προσθέτει, παράλληλα, ισχυρή συμβολική και νομιμοποιητική διάσταση. Η κοινή ισλαμική αναφορά επιτρέπει σε μια τουρκική, μια αραβική και μια νοτιοασιατική δύναμη να παρουσιάσουν τη συνεργασία τους ως ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης από τον μουσουλμανικό κόσμο για την ασφάλειά του. Δεν αποτελεί, όμως, επαρκή αιτιώδη εξήγηση της σύμπραξης. Οι αποκλίνουσες προτεραιότητες των τριών κρατών καταδεικνύουν ότι η κοινή ταυτότητα δεν συνεπάγεται αυτομάτως στρατηγική συνοχή. Ο ρεαλισμός εξηγεί αποτελεσματικότερα γιατί δημιουργείται η συμφωνία, ενώ ο κονστρουκτιβισμός συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αυτή νομιμοποιείται και αποκτά πολιτικό νόημα.
Συμπερασματικά, η Συμφωνία της Μέκκας δεν τεκμηριώνει ακόμη ούτε τη συγκρότηση ενός «ισλαμικού ΝΑΤΟ» ούτε την έλευση μιας μετααμερικανικής Μέσης Ανατολής. Αποτυπώνει περισσότερο τη μετάβαση προς ένα υβριδικό σύστημα, στο οποίο οι εξωτερικές εγγυήσεις συνυπάρχουν με ενδογενείς μηχανισμούς εξισορρόπησης και πολυευθυγράμμισης. Η αντοχή της θα κριθεί από τον βαθμό θεσμοποίησης, τη σύγκλιση των αντιλήψεων απειλής και, κυρίως, την προθυμία των μελών να αναλάβουν πραγματικό κόστος όταν τα εθνικά τους συμφέροντα αποκλίνουν. Εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές εκπληρωθούν, η Μέκκα θα μπορούσε να αποτελέσει πυρήνα ενός νέου διαπεριφερειακού υποσυστήματος ασφαλείας. Σε διαφορετική περίπτωση, θα επιβεβαιώσει το διαχρονικό δίδαγμα ότι η γεωπολιτική συμπληρωματικότητα μπορεί να δημιουργεί συμμαχίες, αλλά μόνον η θεσμική αξιοπιστία και η διαρκής σύγκλιση συμφερόντων μπορούν να τις διατηρήσουν.