«Η εξουσία τείνει να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».

 Η φράση αυτή αποδίδεται στον Λόρδο Άκτον, καυστικό σχόλιο για την ανήθικη ροπή του ανθρώπου όταν αναλαμβάνει την εξουσία. Μπορεί όμως να έχει και μια εναλλακτική ανάγνωση, πως η ίδια η εξουσία διαφθείρει και πως σε ένα βαθμό το ίδιο το σύστημα παράγει διαφθορά. Αν η εξουσία έχει την τάση να διαφθείρει, τότε το ζήτημα δεν είναι ποιοι την ασκούν, αλλά πώς είναι σχεδιασμένο το σύστημα να την συγκρατεί και να την εμποδίζει. Η διαφθορά σίγουρα δεν ξεκινά από το σύστημα, ξεκινά από την ανθρώπινη φύση, από την ανάγκη για επιρροή, για αναγνώριση, για κοινωνική αποδοχή και στην χειρότερη περίπτωση για οικονομικό όφελος.

Advertisement
Advertisement

Αυτές οι τάσεις δεν εξαλείφονται.

Το ερώτημα συνεπώς είναι αν το θεσμικό πλαίσιο και οι σχετικές διαδικασίες τις περιορίζουν ή αν τις αφήνουν να μετατραπούν σε εργαλείο άσκησης εξουσίας και πλουτισμού. Όταν η πρόσβαση στην εξουσία συνδυάζεται με τη διαχείριση πόρων χωρίς σαφείς και δεσμευτικούς κανόνες, και όταν επιτρέπει την επιλεκτική διαχείριση του χρήματος για πολιτική επιρροή και εμπορία ψήφων, τότε η διαφθορά δεν είναι μια απλή απόκλιση, είναι ένα προβλέψιμο αποτέλεσμα. Δεν πρόκειται δηλαδή, απλώς για αποτυχία ελέγχου, πολλές φορές το ίδιο το σύστημα και οι κομματικοί μηχανισμοί  καλλιεργούν τέτοιες συμπεριφορές, προς όφελος της κομματικής επιρροής, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων τις ανέχονται όταν το αποτέλεσμα είναι ευρύτερη πολιτική υποστήριξη.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον διαμορφώνονται και καλλιεργούνται σταδιακά σχέσεις εξάρτησης. Έτσι δυστυχώς, δημιουργούνται κομματικοί μηχανισμοί που λειτουργούν ως δίκτυα επιρροής και ανταλλαγών. Το κόμμα «χτίζει κάστρα», κερδίζει ψήφους, οι βουλευτές συλλέγουν σταυρούς και από την πλευρά των πολιτών η ψήφος μετατρέπεται σταδιακά από επιλογή του καταλληλότερου, σε ανταπόδοση χάρης ή επένδυση σε μελλοντικό όφελος. Αυτό δυνητικά δημιουργεί ένα πλαίσιο όπου το ζήτημα της διαφθοράς, της ηθικής και της οικονομικής ζημίας αναπτύσσεται σε ζήτημα λειτουργίας της ίδιας της δημοκρατίας με σοβαρές επιπτώσεις σε δύο επίπεδα.

Πρώτον αυτή η σχέση εξάρτησης και ανταπόδοσης εμποδίζει το ελεύθερο δημοκρατικό κριτήριο. Τα κριτήρια επιλογής των ψηφοφόρων αλλοιώνονται και από ζήτημα επιλογής των καταλληλότερων μετατρέπεται σε διαδικασία επιβράβευσης. Αυτό δεν εμποδίζει απλώς την εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία, αλλά και την εναλλαγή προσώπων μέσα στο ίδιο κόμμα.

Σε δεύτερο επίπεδο όμως η ζημιά γίνεται θεσμική και πιο σοβαρή. Κάθε φορά που μια υπόθεση διαφθοράς έρχεται στο φως της δημοσιότητας, πλήττεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Και όταν τέτοια φαινόμενα επαναλαμβάνονται, η καχυποψία παύει να είναι στιγμιαία αντίδραση και μετατρέπεται σε σταθερή στάση του πολίτη προς το κράτος. Ο πολίτης αμφισβητεί και αποστασιοποιείται και η αποχή στις εκλογές αυξάνεται δημιουργώντας ένα επικίνδυνο ζήτημα μειωμένης νομιμοποίησης της εκπροσώπησης. Η διαφθορά έτσι δεν αποδυναμώνει μόνο την αποτελεσματικότητα του κράτους, αλλά και τη βούληση των πολιτών να συμμετέχουν σε αυτό. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς οικοδομείται αργά, αλλά διαβρώνεται ταχύτατα και, όταν χαθεί, δύσκολα ανακτάται. Η αμφισβήτηση από περιστασιακή γίνεται παγιωμένη.

Το χειρότερο όμως είναι, πως ενώ η πρόσφατη τραυματική εθνική εμπειρία που οδήγησε στη δημοσιονομική κρίση και στα μνημόνια θα έπρεπε να λειτουργεί ως υπενθύμιση του κόστους της ανευθυνότητας, η πολιτική ηγεσία της χώρας φαίνεται πως δεν διδάχτηκε τίποτα. Η μνημονιακή εποχή που λειτούργησε ως τομή που διαχώρισε την ποιότητα ζωής των πολιτών σε “πριν” και “μετά” αφήνοντας κατάλοιπα, για τους πολιτικούς μάλλον είναι μακρινή ανάμνηση. Θα περίμενε κανείς πως στη μετά-μνημονιακή εποχή, «συνήθειες» που υπονομεύουν τη διαφάνεια και τη σωστή διαχείριση να μην επιμένουν και η άσκηση εξουσίας να συνοδεύεται από αντίστοιχα υψηλότερο επίπεδο σοβαρότητας και υπευθυνότητας. Δυστυχώς όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει αυτό.

Advertisement

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φράση «μηδενική ανοχή στη διαφθορά» που ακούγεται συχνά είναι ακατάλληλη και ανεπαρκής. Δεν είναι απλώς ένα κλισέ, αλλά μια διατύπωση που κινείται στη λάθος κατεύθυνση. Η διαφθορά είναι ήδη παράνομη και απαράδεκτη. Η επίκληση της μηδενικής ανοχής δε σημαίνει κάτι, δεν προσθέτει ουσιαστικό περιεχόμενο, είναι απλά μια δήλωση πρόθεσης που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι εστιάζει στην αντίδραση μετά την πράξη, όχι στον σχεδιασμό που αποτρέπει την εμφάνισή της. Σε ένα περιβάλλον όπου το σύστημα επιτρέπει ή ακόμη και ευνοεί τέτοιες πρακτικές, η αυστηρότερη ρητορική δεν αλλάζει τη δομή του προβλήματος.

Αντί για δηλώσεις, χρειάζεται αλλαγή προσέγγισης. Η ουσιαστική αντιμετώπιση της διαφθοράς δεν περνά από την ελπίδα για καλύτερες προθέσεις, ούτε από ισχυρισμούς των κομμάτων πως το δικό τους κόμμα είναι το πιο έντιμο. Περνά από τον σχεδιασμό διαδικασιών που περιορίζουν τη δυνατότητα κατάχρησης. Αυτό σημαίνει λιγότερη ανεξέλεγκτη και ατομική ευχέρεια, σαφείς και τυποποιημένους κανόνες, διαφάνεια ενσωματωμένη στον τρόπο λειτουργίας και όχι εκ των υστέρων, και πραγματικούς, ανεξάρτητους μηχανισμούς ελέγχου με συνέπειες που εφαρμόζονται. Με άλλα λόγια, όχι απλά ένα σύστημα που τιμωρεί τη διαφθορά όταν εμφανίζεται επειδή «δεν την ανέχεται», αλλά ένα σύστημα που καθιστά εξ αρχής τη δημιουργία της εξαιρετικά δύσκολη.

Η διαφθορά δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο που απλώς πρέπει να καταδικαστεί. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών στον τρόπο οργάνωσης της εξουσίας και γι’ αυτό η λύση δεν μπορεί να είναι μια δήλωση μη ανοχής. Γιατί χωρίς εμπιστοσύνη, η δημοκρατία μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί τυπικά, αλλά κινδυνεύει να χάσει το ουσιαστικό της περιεχόμενο. Και όταν αυτό συμβεί, αφήνει πίσω της μια βαθιά πληγή στη σχέση πολιτών και θεσμών, που δύσκολα επουλώνεται υπονομεύοντας τη λειτουργία της για χρόνια.

Advertisement