Υπάρχουν στιγμές που ο πολιτικός λόγος παύει να είναι σκληρός και γίνεται τοξικός. Παύει να είναι αντιπαράθεση και μετατρέπεται σε μηχανισμό ηθικής εξόντωσης. Η χθεσινή τοποθέτηση του πρωθυπουργού στη συζήτηση προ ημερησίας διατάξεως για το κράτος δικαίου, που προκάλεσε ο Νίκος Ανδρουλάκης, έφερε στο προσκήνιο ένα θέμα που ξεπερνά κόμματα και συγκυρίες: την οργανωμένη απαξίωση προσώπων μέσα από στοχοποίηση οικογενειών, υπαινιγμούς, διασυρμούς και δημόσιες «εκτελέσεις χαρακτήρα».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν σκληρός, αλλά όχι άστοχος, όταν μίλησε για «δολοφονικό βούρκο» και για «ζούγκλα αθλιότητας». Ιδιαίτερα όταν συνέδεσε αυτή την τοξικότητα με επιθέσεις που, όπως είπε, δεν περιορίζονται στους ίδιους τους πολιτικούς, αλλά αγγίζουν συζύγους, παιδιά, οικογένειες και ανθρώπους του στενού τους περιβάλλοντος. Στην ίδια αποστροφή αναφέρθηκε και στον Γιώργο Μυλωνάκη, υπογραμμίζοντας το ψυχολογικό βάρος που μπορεί να προκαλέσουν τα δημοσιεύματα, οι συκοφαντίες και οι δημόσιες επιθέσεις.
Και εδώ, πράγματι, υπάρχει μια αλήθεια που δεν μπορεί να αγνοηθεί: οι δολοφονίες χαρακτήρα δεν είναι ούτε ελληνική πρωτοτυπία ούτε κομματικό μονοπώλιο. Συμβαίνουν παντού. Στην πολιτική, στα μέσα ενημέρωσης, στον χώρο της τέχνης, του αθλητισμού, της επιστήμης, της επιχειρηματικότητας. Συμβαίνουν ακόμη και μέσα στη δημοσιογραφία, όπου συχνά ένας δημοσιογράφος υπονομεύει έναν άλλον όχι με επιχειρήματα, αλλά με υπαινιγμούς, προσωπικές επιθέσεις και χτυπήματα κάτω από τη ζώνη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η δική μας ευθύνη. Η δημοσιογραφία δεν είναι αθώα σε αυτή την υπόθεση. Το αντίθετο. Ένα μέρος του δημόσιου δηλητηρίου παράγεται, αναπαράγεται ή νομιμοποιείται μέσα από ορισμένα media. Όταν η κριτική εγκαταλείπει τα γεγονότα και περνά στους χαρακτηρισμούς, όταν το ρεπορτάζ φλερτάρει με την ανθρωποφαγία, όταν ο τίτλος γράφεται για να τραυματίσει και όχι για να ενημερώσει, τότε η δημοσιογραφία παύει να λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο και μετατρέπεται σε πολλαπλασιαστή τοξικότητας. Βέβαια δεν είναι όλα τα media ίδια και βέβαια δεν είναι όλοι δημοσιογράφοι ίδιοι, Αυτό δεν αναιρεί την ύπαρξη του προβλήματος και στον μιντιακό χώρο.
Το ερώτημα είναι σκληρό, αλλά αναγκαίο: όταν ασκείς ακόμη και δικαιολογημένη κριτική σε έναν πολιτικό, με βαρείς χαρακτηρισμούς, έχεις αναλογιστεί πόσο συχνά το χτύπημα δεν σταματά στο δημόσιο πρόσωπο; Πόσο εύκολα περνά στην οικογένειά του, στα παιδιά του, στη σύζυγό του, στους ανθρώπους που δεν στέκονται στο βήμα της Βουλής, δεν απαντούν σε πάνελ και δεν έχουν επιλέξει να είναι μέρος της πολιτικής αρένας;
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η δημοκρατία αρχίζει να νοσεί. Διότι η πολιτική σύγκρουση είναι συστατικό της. Η ηθική εξόντωση του αντιπάλου, όμως, είναι κάτι άλλο. Είναι ένδειξη παρακμής. Είναι παραδοχή αδυναμίας. Είναι η στιγμή που το επιχείρημα χάνει από τη λάσπη και ο δημόσιος διάλογος υποχωρεί μπροστά στην ψηφιακή αλητεία, στα τρολ, στις μισές αλήθειες και στις σκοπίμως διογκωμένες εντυπώσεις.
Η χθεσινή παρέμβαση του πρωθυπουργού άνοιξε, λοιπόν, ένα κεφάλαιο που δεν θα έπρεπε να κλείσει μέσα στον θόρυβο της επόμενης αντιπαράθεσης. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο τι λένε οι πολιτικοί μεταξύ τους μέσα στη Βουλή. Είναι και το πώς διαμορφώνεται συνολικά το κλίμα μέσα στο οποίο κινείται η δημόσια ζωή. Και η αλήθεια είναι ότι έχουμε πια ξεφύγει. Συχνά ο τόνος θυμίζει περισσότερο τα τρολς, τους ανώνυμους λογαριασμούς του διαδικτύου παρά κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους.
Αν οι πολιτικοί, μέσα στην ένταση του ανταγωνισμού, αδυνατούν ή δεν θέλουν να βάλουν όρια, τότε η ευθύνη περνά ακόμη περισσότερο σε εμάς. Στους δημοσιογράφους. Σε όσους γράφουν, σχολιάζουν, ερμηνεύουν και τελικά καθορίζουν τον τόνο της δημόσιας συζήτησης. Μπορούμε να βοηθήσουμε. Όχι με ίσες αποστάσεις, ούτε με σιωπή απέναντι στην εξουσία. Αλλά με κανόνες. Με ακρίβεια. Με επίγνωση ότι άλλο η αποκαλυπτική δημοσιογραφία και άλλο η δημόσια διαπόμπευση. Άλλο η τεκμηριωμένη κριτική και άλλο η ηδονή της εξόντωσης.
Η πολιτική χρειάζεται σύγκρουση. Η δημοκρατία, όμως, χρειάζεται όρια. Και αυτά τα όρια δεν προστατεύουν μόνο τους πολιτικούς. Προστατεύουν το επίπεδο της δημόσιας ζωής, την αξιοπρέπεια του διαλόγου και τελικά την ίδια την κοινωνία από το να συνηθίσει το δηλητήριο ως κανονικότητα.