Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθώ με ανησυχία που έγινε αγανάκτηση τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε η απόπειρα δολοφονίας στο Δείπνο των Ανταποκριτών στο ξενοδοχείο Χίλτον στην Ουάσιγκτον. Ως άνθρωπος που παρακολουθεί στενά τα μέσα ενημέρωσης και την πολιτική επικοινωνία, δεν μπορώ να αγνοήσω την αίσθηση ότι το γεγονός αυτό δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως μια σοβαρή είδηση, αλλά ως μια ευκαιρία για δραματοποίηση, υπερβολή και τελικά πολιτική αξιοποίηση. Η κάλυψη που είδα δεν ήταν ψύχραιμη, ούτε ισορροπημένη. Ήταν μια σκηνοθετημένη υπερπροβολή, που -κατά τη δική μου άποψη- λειτούργησε σαν εργαλείο ενίσχυσης της εικόνας του προέδρου Τραμπ, ο οποίος έβλεπε τελευταία την δημοτικότητά του να παίρνει βαθιά βουτιά.

Από την πρώτη στιγμή, τα μέσα έστησαν ένα σκηνικό σχεδόν κινηματογραφικό. Επαναλαμβανόμενα πλάνα, δραματικοί τίτλοι, σχολιαστές που μιλούσαν για «ιστορική στιγμή» και «εθνικό τραύμα». Η υπερβολή ήταν εμφανής. Αντί να δούμε μια νηφάλια ανάλυση των γεγονότων, είδαμε μια αφήγηση που έμοιαζε να έχει στόχο να προκαλέσει σοκ, φόβο και συναισθηματική φόρτιση. Και όταν η ενημέρωση μετατρέπεται σε θέαμα, τότε το ακροατήριο αντιλαμβάνεται πως κάτι άλλο κρύβεται πίσω απο την μεγιστοποίηση ενός τέτοιου γεγονότος.

Advertisement
Advertisement

Αυτό που με ενόχλησε περισσότερο ήταν η ταχύτητα με την οποία το περιστατικό εντάχθηκε σε ένα αφήγημα ηρωοποίησης. Ο πρόεδρος παρουσιάστηκε ως ο άνθρωπος που «στάθηκε όρθιος», που «δεν λύγισε», που «αντιστάθηκε». Η εικόνα του ηγέτη που επιβιώνει από μια επίθεση είναι ένα ισχυρό σύμβολο -και τα μέσα το γνώριζαν. Η υπερπροβολή του γεγονότος δημιούργησε μια συναισθηματική δυναμική που ευνόησε τον πρόεδρο, ενισχύοντας την εικόνα του σε μια περίοδο όπου κατρακυλάει η δημοτικότητά του.

Δεν θέλω να πω ότι το περιστατικό δεν ήταν σοβαρό. Κάθε απόπειρα βίας είναι σοβαρή. Όμως άλλο η σοβαρότητα και άλλο η υπερβολή. Η κάλυψη που είδα δεν στόχευε στην ενημέρωση, αλλά στη διαμόρφωση εντυπώσεων. Αντί να τεθούν κρίσιμα ερωτήματα -πώς συνέβη, ποια ήταν τα κενά ασφαλείας, ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι- η συζήτηση μετατοπίστηκε σε μια συναισθηματική αφήγηση που έμοιαζε να εξυπηρετεί τα πολιτικά συμφέροντα του Λευκού Οίκου.

Κατά τη δική μου άποψη, αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ζούμε σε μια εποχή όπου η πολιτική επικοινωνία βασίζεται στη διαχείριση εικόνας, όχι στην ουσία. Τα μέσα, είτε από εντυπωσιοθηρία είτε από πολιτική σκοπιμότητα, συνέβαλαν στη δημιουργία ενός κλίματος που ενίσχυσε τον πρόεδρο Τραμπ. Η υπερβολή λειτούργησε σαν πολλαπλασιαστής. Το γεγονός έγινε σύμβολο, το σύμβολο έγινε αφήγημα, και το αφήγημα έγινε εργαλείο.

Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά το ευρύτερο φαινόμενο. Όταν η ενημέρωση μετατρέπεται σε θέαμα, όταν η πολιτική αξιοποιεί τον φόβο και το σοκ, όταν η δημόσια συζήτηση χειραγωγείται από εικόνες αντί για επιχειρήματα, τότε η δημοκρατία αποδυναμώνεται. Η υπερβολή δεν είναι αθώα. Δημιουργεί συναισθηματικές αντιδράσεις που θολώνουν την κρίση, ενισχύουν πόλωση και μετατρέπουν τους πολίτες σε θεατές αντί για σκεπτόμενους συμμετέχοντες.

Γι’ αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να μιλήσω ανοιχτά. Η απόπειρα δολοφονίας στο Δείπνο των Ανταποκριτών δεν ήταν μόνο ένα περιστατικό βίας. Ήταν και μια επίδειξη του πώς η πολιτική επικοινωνία μπορεί να μετατρέψει ένα γεγονός σε εργαλείο. Και όσο δεν αναγνωρίζουμε αυτή τη διαδικασία, τόσο περισσότερο θα γινόμαστε μέρος της.

Κατά τα άλλα, το περιστατικό βίας εκδηλώθηκε έξω από την αίθουσα όπου εξελισσόταν το δείπνο των ανταποκριτών και μάλιστα τόσο μακριά που δεν κατάλαβαν οι καλεσμένοι πως υπήρχαν πυροβολισμοί αλλά θεώρησαν πως είχαν πέσει δίσκοι σερβιρίσματος.

Σε κάθε περίπτωση , ο Ντόναλντ Τράμπ καρπώθηκε τα οφέλη της ιστορίας, ενώ ο μέσος Αμερικανός πιστεύει ακόμη πως κινδύνευσε άμεσα η ζωή του προέδρου.Η μετάλλαξη των γεγονότων προς το πολιτικό συμφέρον του πλανητάρχη ήταν ακραία πράξη της Γκαμπελικής λογικής: Πες πες κάτι θα μείνει!