Η μετατόπιση αυτή σοφά δεν είναι θεαματική. Δεν εκφράζεται με δηλώσεις ρήξης ούτε με θεσμικές ανατροπές. Είναι πιο βαθιά και πιο ανησυχητική: αφορά την ίδια τη στρατηγική σκέψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αφετηρία αυτής της αλλαγής είναι μια απλή αλλά κρίσιμη πραγματικότητα: τα 23 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ είναι και μέλη του NATO. Αυτό σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν είναι εξωτερική παράμετρος — είναι ενσωματωμένη στο διατλαντικό σύστημα. Σημαίνει επίσης ότι οποιαδήποτε συζήτηση για ευρωπαϊκή άμυνα δεν μπορεί να ξεκινήσει ως «εναλλακτική» στο ΝΑΤΟ, αλλά ως προσπάθεια ενίσχυσης ενός ευρωπαϊκού πυλώνα που μέχρι σήμερα παρέμενε ελλιπής.
Και αυτός ακριβώς ο πυλώνας βρίσκεται σήμερα υπό κατασκευή.
Για δεκαετίες, η Ευρώπη λειτούργησε ως καταναλωτής ασφάλειας. Η στρατηγική της βασιζόταν στην υπόθεση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο θα παρέμεναν παρούσες, αλλά και θα ηγούνταν. Η υπόθεση αυτή δεν έχει καταρρεύσει πλήρως. Έχει όμως αρχίσει να διαβρώνεται.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν έχουν χάσει μόνο την εμπιστοσύνη τους στην προεδρία του Donald Trump. Έχουν αρχίσει να αμφισβητούν κάτι βαθύτερο: τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα της ίδιας της αμερικανικής ισχύος.
Η αλλαγή αυτή δεν εκδηλώνεται σε επίπεδο ρητορικής, αλλά σε επίπεδο επιλογών. Στους πιο στρατηγικούς τομείς — τεχνολογία, διάστημα, άμυνα — οι Ευρωπαίοι επανεξετάζουν πλέον το μέχρι πρότινος αυτονόητο αντανακλαστικό «buy American». Δεν πρόκειται για ιδεολογική μεταστροφή, αλλά για προσπάθεια απομείωσης κινδύνου.
Η απόφαση της ολλανδικής κεντρικής τράπεζας να εγκαταλείψει την Amazon Web Services υπέρ ευρωπαϊκού παρόχου, όπως και η επιλογή της Δανίας να προμηθευτεί το ευρωπαϊκό σύστημα SAMP/T αντί των αμερικανικών Patriot, δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι ενδείξεις μιας ευρύτερης τάσης: της σταδιακής μετατόπισης από την εξάρτηση προς την αυτονομία.
Αυτή η μετατόπιση δεν γίνεται χωρίς κόστος. Οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν ότι βραχυπρόθεσμα θα είναι δύσκολη, ίσως και επιζήμια. Αλλά δεν πρόκειται για επιλογή άνεσης — πρόκειται για επιλογή ανάγκης.
Διότι, σε αντίθεση με παλαιότερες εντάσεις στις διατλαντικές σχέσεις, το ζήτημα σήμερα δεν είναι διαχειρίσιμο μέσω πολιτικής προσαρμογής. Είναι συστημικό. Για πρώτη φορά, η αμερικανική ισχύς αντιμετωπίζεται όχι απλώς ως απρόβλεπτη, αλλά ως δυνητικά αναξιόπιστη.
Ο εμπορικός πόλεμος, οι γεωπολιτικές πιέσεις και κυρίως η αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων — όπως αυτή που εκδηλώθηκε στη Μέση Ανατολή και επηρέασε κομβικά σημεία όπως τα Στενά του Ορμούζ — έχουν πλήξει την αποτρεπτική αξιοπιστία της Ουάσιγκτον. Και μαζί με αυτήν, έχουν κλονίσει μια από τις βασικές παραδοχές της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ καταρρέει. Θεσμικά, η Συμμαχία παραμένει σταθερή. Η αποχώρηση ενός κράτους-μέλους είναι μια χρονοβόρα και σύνθετη διαδικασία, ενώ ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες το νομικό πλαίσιο καθιστά εξαιρετικά δύσκολη μια μονομερή έξοδο.
Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι το νομικό πλαίσιο. Είναι η πολιτική βούληση.
Η Ευρώπη δεν φοβάται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αποχωρήσουν από το ΝΑΤΟ. Φοβάται ότι ενδέχεται να μην θέλουν και να μην μπορούν να ηγηθούν.
Αυτή η ανησυχία εξηγεί και την εμφάνιση νέων μορφών συνεργασίας: ευέλικτες «συμμαχίες των προθύμων», ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες, αλλά και πρωτοβουλίες πολιτικού συντονισμού, όπως η Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα που προώθησε ο Emmanuel Macron.
Τίποτα από αυτά δεν συνιστά ακόμη μια ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή άμυνα. Αποτελούν όμως τα πρώτα, διστακτικά βήματα προς αυτήν.
Το βασικό εμπόδιο παραμένει πολιτικό. Για χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η ασφάλεια εξακολουθεί να ορίζεται πρωτίστως από τη ρωσική απειλή και άρα από το ΝΑΤΟ. Για άλλες, η πρόκληση είναι ευρύτερη: αφορά την ικανότητα της Ευρώπης να λειτουργεί ως γεωπολιτικός δρών σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Αυτή η διαφορά οπτικής καθιστά δύσκολη τη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο 27. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή άμυνα, εάν προχωρήσει, θα το κάνει πιθανότατα μέσω μικρότερων σχημάτων συνεργασίας — όχι ως ενιαίο project, αλλά ως σταδιακή σύγκλιση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία αποκτά πιο ρεαλιστικά χαρακτηριστικά. Δεν αφορά την αποκοπή από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά την ικανότητα της Ευρώπης να ενεργεί όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν — ή δεν θέλουν.
Αυτό είναι το πραγματικό σημείο καμπής.
Η Ευρώπη δεν αλλάζει απλώς πολιτικές. Αλλάζει τρόπο σκέψης. Και αυτή η αλλαγή, όσο αθόρυβη κι αν είναι σήμερα, θα καθορίσει τον ρόλο της στον κόσμο των επόμενων δεκαετιών.