Γράφει ο Στάθης Κυριακίδης, Ναύαρχος (εα), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
*
Το επικείμενο τουρκικό νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες, όπως αυτό φέρεται να προωθείται στην Τουρκική Εθνοσυνέλευση, δεν αποτελεί μία ακόμη έξαρση της τουρκικής ρητορικής. Συνιστά σοβαρή ποιοτική μεταβολή και κλιμάκωση, μια και επιχειρεί να μετατρέψει το ιδεολόγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» από πολιτικο-στρατιωτικό αφήγημα σε εσωτερικό κανόνα δικαίου, με νομική κάλυψη παράνομων εξωτερικών ενεργειών.
Προφανώς, οποιοδήποτε εσωτερικό νομοθέτημα δεν παράγει διεθνές έννομο αποτέλεσμα. Άλλωστε ούτε το ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης για το casus belli (1995) σε περίπτωση άσκησης του νόμιμου δικαιώματος της χώρας για επέκταση των Χωρικών Υδάτων (ΧΥ) από 6 σε 12 ναυτικά μίλια και στο Αιγαίο (ήδη έχει γίνει στο Ιόνιο), έχει κάποιο νομικό αποτέλεσμα. Και σ’ αυτή την περίπτωση, η Τουρκία επιχειρεί να παγιώσει στη συνείδηση τόσο της εσωτερικής κοινής γνώμης, όσο και των τρίτων κρατών, ένα παράλληλο γεωπολιτικό σύμπαν, όπου το Αιγαίο τέμνεται στον 25ο Μεσημβρινό, όπου τα ελληνικά νησιά δεν έχουν καμία επήρεια στη χάραξη των θαλασσίων ζωνών πέραν των ΧΥ, όπου η Ανατολική Μεσόγειος βασίζεται στη λογική του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου.
Στο Αιγαίο λοιπόν, το κρίσιμο σημείο είναι ο 25ος Μεσημβρινός. Η Τουρκία επιχειρεί να τον εντάξει στην εσωτερική νομοθεσία ως το όριο ευθυνών και αρμοδιοτήτων. Η εκπεφρασμένη εδώ και χρόνια – και στο πεδίο – θέση ότι η Άγκυρα διαθέτει δικαιοδοσία ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού σε θέματα έρευνας και διάσωσης, επιστημονικών ερευνών και χορήγησης αδειών για την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων όπως η ηλεκτρική διασύνδεση, αποτελεί ξεκάθαρη απόπειρα «λειτουργικής διχοτόμησης» του Αιγαίου. Αν γίνει ανεκτή ως πρακτική, θα οδηγήσει σταδιακά σε μια ιδιότυπη διοικητική συνδιαχείριση χωρίς συμφωνία, χωρίς γνωμοδότηση κάποιου διεθνούς δικαστικού οργάνου και ασφαλώς χωρίς σεβασμό στο διεθνές δίκαιο.
Ειδικά για τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, από τη Λέσβο και τη Χίο έως τη Σάμο, την Ικαρία, την Κω, τη Ρόδο και το Καστελόριζο, η τουρκική λογική επιδιώκει να τα αντιμετωπίσει όχι ως πλήρεις γεωγραφικές και νομικές οντότητες, αλλά ως φυσικές εξάρσεις στην προβολή της Ανατολίας προς τη θάλασσα. Φυσικά, αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον πυρήνα του δικαίου της θάλασσας: τα νησιά, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 121 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), διαθέτουν δική τους χωρική θάλασσα, συνορεύουσα ζώνη, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Η τουρκική μεθόδευση γίνεται ακόμη πιο προβληματική επειδή συνδέεται και με το casus belli. Το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει ασφαλώς ότι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ απαιτεί συμφωνία ή δικαιοδοτική επίλυση, όταν υπάρχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές. Δεν αναγνωρίζει όμως δικαίωμα απειλής πολέμου για να αποτραπεί η άσκηση νόμιμου δικαιώματος χωρικής θάλασσας.
Η Κύπρος αποτελεί το δεύτερο κρίσιμο πεδίο. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν στρέφεται μόνο κατά της Ελλάδας, αλλά και κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας η διεθνής νομική προσωπικότητα και η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελεί σοβαρό εμπόδιο στην τουρκική σχεδίαση. Η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανίσει την Κυπριακή Δημοκρατία ως «ελληνοκυπριακή διοίκηση» και παράλληλα να αναβαθμίσει το ψευδοκράτος σε δήθεν ισότιμο παράκτιο υποκείμενο, αμφισβητώντας τις συμφωνίες οριοθέτησης που η Λευκωσία έχει συνάψει με γειτονικά κράτη. Η Κύπρος, όμως, έχει διαμορφώσει επί δύο δεκαετίες ένα συνεκτικό νομικό και διπλωματικό πλαίσιο: συμφωνίες ΑΟΖ με την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τον Λίβανο, αδειοδοτήσεις ερευνών, ενεργειακές συνεργασίες και σταδιακή ένταξη της θαλάσσιας πολιτικής της στην ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας. Η τουρκική αντίδραση στη συμφωνία Λιβάνου–Κύπρου επιβεβαιώνει ότι η Άγκυρα δεν αμφισβητεί απλώς επιμέρους τεχνικές προβλέψεις, αλλά την ίδια τη δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας να ενεργεί ως κυρίαρχο κράτος.
Η ελληνική αντίδραση οφείλει να είναι ψύχραιμη, αλλά όχι παθητική.
Καταρχήν θα πρέπει να γίνει συντονισμένη προσπάθεια απονομιμοποίησης του νομοσχεδίου, εφόσον αυτό τελικά κατατεθεί προς ψήφιση, με ρηματική διακοίνωση προς την Τουρκία και τον ΟΗΕ. Η Αθήνα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι καμία εσωτερική τουρκική πράξη δεν δημιουργεί δικαιώματα έναντι της Ελλάδας, ούτε μπορεί να περιορίσει την επήρεια ελληνικών νησιών.
Δεύτερον, πρέπει να υπάρξει συντονισμένη ελληνοκυπριακή αντίδραση, όχι δύο παράλληλες φωνές. Η Τουρκία αντιμετωπίζει Αιγαίο, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο ως ενιαίο μέτωπο. Ελλάδα και Κύπρος δεν έχουν την πολυτέλεια να απαντούν αποσπασματικά.
Τρίτον, η ΕΕ πρέπει να εμπλακεί όχι μόνο με δηλώσεις αλληλεγγύης, αλλά με θεσμική τοποθέτηση: προστασία ευρωπαϊκών θαλάσσιων συνόρων, στήριξη του ευρωπαϊκού θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, ενεργειακή ασφάλεια και σαφές μήνυμα ότι η αμφισβήτηση κράτους-μέλους δεν μπορεί να συνυπάρχει με επιλεκτική συμμετοχή της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά ή ενεργειακά σχήματα.
Τέταρτον, η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει τις νόμιμες ενέργειες που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και αφορούν επικαιροποιημένους χάρτες, σαφή θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, επιτάχυνση περιβαλλοντικών και ενεργειακών πρωτοβουλιών, εμβάθυνση των σχημάτων 3+1 (Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ + ΗΠΑ) και Ελλάδας –Κύπρου – Αιγύπτου, καθώς και συστηματική ενημέρωση ΗΠΑ, Γαλλίας, ΕΕ και ΝΑΤΟ. Δεν αρκεί να λέμε ότι το τουρκικό αφήγημα είναι παράνομο. Θα πρέπει να παράγουμε διαρκώς το δικό μας θεσμικό, διπλωματικό και επιχειρησιακό αποτύπωμα. Ο 25ος Μεσημβρινός, το Καστελόριζο και η κυπριακή ΑΟΖ είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας. Αν αποκοπούν μεταξύ τους, η Τουρκία θα επιβάλει την τμηματική ανάγνωση που τη βολεύει. Αν αντιμετωπισθούν ενιαία, αποκαλύπτεται ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί απλώς αναθεωρητική γεωγραφία…
Το σημαντικότερο όλων όμως, είναι η αποτροπή στο πεδίο. Θα πρέπει να εγκαταλείψει η χώρα την επικίνδυνη (διαχρονικά) πολιτική διολίσθησης στην οποία οδηγεί το διαχρονικό ερώτημα του αν θα πρέπει να πάμε σε πόλεμο ή όχι. Πρέπει να διασφαλιστούν τα κυριαρχικά δικαιώματα με κάθε τρόπο: Από τη ρηματική διακοίνωση μέχρι το ναυτικό επεισόδιο… Είναι σαφές, βέβαια, οτι πάγια τουρκική επιδίωξη είναι να εξαναγκαστεί η Ελλάδα σε μία διαπραγμάτευση που θα αφορά τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και – προφανώς – δεν θα πρέπει να ακολουθήσει η χώρα μας τέτοιες προκλήσεις. Όμως η Τουρκία το σφετερισμό αυτών των δικαιωμάτων τον επιτυγχάνει ούτως ή άλλως, με την ακολουθούμενη στρατηγική της και τον ελληνικό κατευνασμό.
Η σθεναρή απάντηση στο πεδίο χρειάζεται, πολιτική βούληση, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σαφείς στόχους, αποφασιστικότητα, σοβαρότητα, διεθνή στήριξη και – πάνω απ’ όλα – κατάλληλη προετοιμασία του πληθυσμού. Ιστορικά, όποτε η χώρα μας έδειξε αυτά τα χαρακτηριστικά στο πεδίο, το δόγμα της αποτροπής λειτούργησε αποτελεσματικά. Συνεπώς, αν δεν (μπορούν να) διασφαλιστούν τα ανωτέρω, ο κατευνασμός θα συνεχίζεται, έως τη νομοτελειακή de facto παραίτηση από τα κυριαρχικά δικαιώματα…
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να απαντήσει η Ελλάδα μόνο με ανάλογη ρητορική ένταση. Είναι να αρνηθεί με κάθε τρόπο τη σταδιακή κανονικοποίηση του παράνομου. Η Τουρκία μπορεί να ψηφίσει νόμους, να εκδώσει χάρτες και να δημιουργήσει διοικητικές αρμοδιότητες. Δεν μπορεί, όμως, να καταργήσει τη γεωγραφία, ή το δίκαιο της θάλασσας.
Η ελληνική και κυπριακή απάντηση πρέπει να είναι ενιαία: διεθνής νομιμότητα, ευρωπαϊκή κινητοποίηση, ισχυρή στρατιωτική αποτροπή και περιφερειακές συμμαχίες. Διότι στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τα κυριαρχικά δικαιώματα και η ίδια η κυριαρχία δεν χάνονται μόνο με στρατιωτική ήττα. Διαβρώνονται σταδιακά και όταν κάποιος συνηθίζει να διαμαρτύρεται για το παράνομο, αντί να το ακυρώνει στην πράξη.