Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η Πνύκα, κατεξοχήν τόπος θεσμικής συγκρότησης του αθηναϊκού δήμου και άσκησης της πολιτικής αυτονομίας, συνιστά προνομιακό πεδίο διερεύνησης της σχέσης ιστορικής μνήμης, ελευθερίας και πολιτικής νομιμοποίησης. Η συγκριτική εξέταση της ομιλίας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς τους νέους το 1838 και της συγκαιρινής ομιλίας του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο δεν αποσκοπεί στην αναζήτηση μιας αδιάσπαστης ιδεολογικής συνέχειας. Αντιθέτως, αναδεικνύει τις διαφορετικές λειτουργίες που αποκτά η επίκληση της αρχαιοελληνικής πολιτικής παράδοσης σε διακριτά ιστορικά και θεσμικά περιβάλλοντα. Το κεντρικό ερώτημα αφορά τη σχέση μεταξύ εθνικής ανεξαρτησίας, πολιτικής αυτονομίας και γεωπολιτικής ισχύος, καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η επίκληση της ελευθερίας αποκτά ουσιαστικό δημοκρατικό περιεχόμενο.

Advertisement
Advertisement

Ο Κολοκοτρώνης θεμελιώνει την επιχειρηματολογία του στην ιστορική συνείδηση και στην παιδευτική συγκρότηση της νέας γενιάς. Η αρχική αναγνώριση της απόστασής του από τους αρχαίους ρήτορες δεν συνιστά απλώς συμβατική ρητορική μετριοφροσύνη, αλλά προσδιορίζει τη σχέση του με το ιστορικό παρελθόν. Η αρχαιότητα δεν προβάλλεται ως αυτονόητη πηγή πολιτικής νομιμοποίησης, αλλά ως παρακαταθήκη που απαιτεί ενεργό οικειοποίηση. Η διάδοση των βιβλίων, η γνώση της αρχαίας ιστορίας και η αντιπαραβολή της προγενέστερης πολιτικής ακμής προς την εμπειρία της υποδούλωσης συγκροτούν, στην αφήγησή του, τις γνωσιακές προϋποθέσεις της επαναστατικής κινητοποίησης. Κατά τούτο η παιδεία αναδεικνύεται σε παράγοντα μετάβασης από την ιστορική επίγνωση στη συλλογική πολιτική δράση.

Αντίστοιχα, η ερμηνεία της Επανάστασης οργανώνεται γύρω από την πρωτοβουλία της κοινωνίας και όχι από μια αντίληψη ιστορικού προκαθορισμού ή εξωτερικής σωτηρίας. Η σύγκλιση διαφορετικών κοινωνικών δυνάμεων στον σκοπό της απελευθέρωσης καθιστά δυνατή την υπέρβαση της αρχικής ανισορροπίας ισχύος. Η ομόνοια εμφανίζεται ως όρος πολιτικής αποτελεσματικότητας, ενώ η διχόνοια ως παράγοντας αποδιάρθρωσης του συλλογικού εγχειρήματος. Η αναφορά στη συμμετοχή του κλήρου, των προεστών, των εμπόρων, των  οικογενειών και των αγωνιστών, αποτυπώνει την κοινωνική έκταση της επαναστατικής διαδικασίας, όπως αυτή ανασυγκροτείται μέσα από τη μεταγενέστερη οπτική του ομιλητή. Συνεπακόλουθα, η ελευθερία συνδέεται με τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να συγκροτεί κοινή πολιτική βούληση και να αναλαμβάνει την ευθύνη της ιστορικής της πορείας.

Η συγκυρία του 1838 προσδίδει στην παρέμβαση ιδιαίτερη πολιτειακή σημασία. Η εθνική ανεξαρτησία είχε επιτευχθεί, όχι όμως και η συνταγματική κατοχύρωση της πολιτικής συμμετοχής υπό την οθωνική μοναρχία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η προτροπή του Κολοκοτρώνη προς τους νέους να μορφωθούν και να υπηρετούν το κοινό συμφέρον αποκτά περιεχόμενο που υπερβαίνει την ηθικοπλαστική πατριωτική διδαχή. Η συγκρότηση ανεξάρτητου κράτους δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την πολιτική χειραφέτηση της κοινωνίας που το συγκροτεί.

Τουναντίον, στην ομιλία του Ρούμπιο,  η αναφορά στην αρχαία Αθήνα εντάσσεται σ’ ένα αφήγημα δυτικής πολιτισμικής συνέχειας και στρατηγικής ανασυγκρότησης. Η ελληνική αρχαιότητα, η χριστιανική παράδοση, η επιστημονική πρόοδος και η ατομική πρωτοβουλία συναρθρώνονται σε ένα ενιαίο σχήμα ιστορικής ταυτότητας, το οποίο επιστρατεύεται προς υποστήριξη σύγχρονων γεωπολιτικών προτεραιοτήτων. Η ελευθερία προσδιορίζεται πρωτίστως με όρους εθνικής κυριαρχίας, στρατηγικής αυτονομίας και ικανότητας προστασίας συλλογικών συμφερόντων. Η επαναβιομηχάνιση, η τεχνολογική υπεροχή, η ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και η στρατιωτική αποτροπή αναδεικνύονται σε αναγκαίες προϋποθέσεις της δυτικής ανθεκτικότητας. Η επιχειρηματολογία συγκροτεί, ένα πρόγραμμα ενίσχυσης της κρατικής και διακρατικής ισχύος, χωρίς να καθιστά εξίσου κεντρικό το ζήτημα της θεσμικής συμμετοχής της κοινωνίας στον προσδιορισμό των πολιτικών σκοπών.

Η εννοιολογική ιστορία του Reinhart Koselleck επιτρέπει να αποσαφηνιστεί η ιστορικότητα αυτών των διαφοροποιήσεων. Οι πολιτικές έννοιες δεν διατηρούν αμετάβλητο περιεχόμενο κατά τη μετάβασή τους από μία εποχή σε άλλη, αλλά ανασημασιοδοτούνται σε συνάρτηση με τις εκάστοτε κοινωνικές εμπειρίες, τους θεσμικούς συσχετισμούς και τους ορίζοντες προσδοκιών. Η ελευθερία δεν αποτελεί υπεριστορική κατηγορία με ενιαία πολιτική λειτουργία. Η επίκλησή της από τον Κολοκοτρώνη και τον Ρούμπιο παραπέμπει σε διαφορετικές ιστορικές εμπειρίες και πολιτικές στοχεύσεις, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες παραγωγής τους.

Η κοσμοσυστημική προσέγγιση του Γιώργου Κοντογιώργη προσφέρει ένα αυστηρότερο κριτήριο διάκρισης μεταξύ κρατικής ανεξαρτησίας και δημοκρατικής ελευθερίας. Στο έργο του La démocratie comme liberté: Démocratie, représentation et monarchie (2023), η ελευθερία ορίζεται ως αυτονομία και διακρίνεται σε ατομική, κοινωνική και πολιτική. Η δημοκρατία δεν ταυτίζεται με την εκλογική νομιμοποίηση της εξουσίας ούτε με την κατοχύρωση πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά προϋποθέτει τη συγκρότηση της κοινωνίας των πολιτών σε θεσμικό φορέα της πολιτικής αρμοδιότητας. Η διάκριση μεταξύ κράτους και πολιτικού συστήματος αποκτά εδώ καθοριστική σημασία. Η κοινωνία δεν περιορίζεται στον ρόλο του νομιμοποιητικού παράγοντα μιας αυτοτελούς εξουσίας, αλλά συγκροτείται η ίδια σε δήμο, δηλαδή σε θεσμικό υποκείμενο της πολιτικής απόφασης. Υπό αυτή την οπτική, η αντιπροσώπευση και η δημοκρατία αποτελούν διακριτές πολιτειακές κατηγορίες, ενώ το σύγχρονο εκλογικά νομιμοποιούμενο κράτος χαρακτηρίζεται από τον Κοντογιώργη ως προαντιπροσωπευτικό σύστημα ή «εκλόγιμη μοναρχία».

Advertisement

Η θεωρητική αυτή διάκριση επιτρέπει την ακριβέστερη αποτίμηση των δύο ομιλιών. Στον λόγο του Κολοκοτρώνη, η εθνική απελευθέρωση αναδεικνύεται ως αποτέλεσμα της συλλογικής αυτενέργειας της κοινωνίας, ενώ η παιδεία και η προσήλωση στο κοινό συμφέρον προβάλλονται ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις της μετεπαναστατικής πολιτικής συγκρότησης. Παρότι η ομιλία δεν αποσαφηνίζει τους θεσμικούς όρους μετάβασης από την εθνική ανεξαρτησία στη δημοκρατική αυτοκυβέρνηση, αναγνωρίζει στην κοινωνία τον χαρακτήρα του ενεργού ιστορικού υποκειμένου της απελευθέρωσης και αναδεικνύει, εμμέσως πλην σαφώς, το ζήτημα της πολιτικής της αυτονομίας. Αντιθέτως, στον λόγο του Ρούμπιο, η ελευθερία προσλαμβάνει πρωτίστως τη σημασία της κρατικής κυριαρχίας και της στρατηγικής αυτονομίας της Δύσης έναντι των ανταγωνισμών του διεθνούς συστήματος. Συνεπώς, η έμφαση μετατοπίζεται από την κοινωνία ως φορέα της πολιτικής εξουσίας στο κράτος και στη συμμαχική ισχύ ως εγγυητές της συλλογικής ανεξαρτησίας, ενώ το ζήτημα της θεσμικής συγκρότησης της κοινωνίας ως αυτόνομου πολιτικού υποκειμένου παραμένει εκτός του κεντρικού προβληματισμού της ομιλίας.

Από τη σκοπιά της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας, η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά απλώς δύο εκδοχές της ίδιας πολιτικής αξίας, αλλά διαφορετικά επίπεδα συγκρότησης της ελευθερίας. Η κρατική κυριαρχία αναφέρεται στην εξωτερική αυτονομία της πολιτείας, ενώ η πολιτική ελευθερία αφορά τη θέση της κοινωνίας στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος. Η πρώτη μπορεί να συνυπάρχει με την απουσία της δεύτερης. Επομένως, η ενίσχυση της κρατικής ισχύος, ακόμη και όταν εξυπηρετεί πραγματικές ανάγκες ασφάλειας και ανεξαρτησίας, δεν συνεπάγεται αυτομάτως διεύρυνση της δημοκρατικής ελευθερίας. Η θέση αυτή συνδέεται με την κεντρική διάκριση του Κοντογιώργη μεταξύ της κοινωνίας ως ιδιωτικής οντότητας, η οποία ασκεί εξωτερική επιρροή στην εξουσία, και της κοινωνίας ως θεσμικά συγκροτημένου δήμου, ο οποίος διαθέτει την πολιτική αρμοδιότητα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Πνύκα αποκτά ιδιαίτερη ερμηνευτική βαρύτητα. Η ιστορική της σημασία δεν εξαντλείται στη συμβολική σύνδεσή της με την αρχαιότητα ή με τη γενεαλογία του δυτικού πολιτισμού. Συνδέεται πρωτίστως με την πολιτειακή συγκρότηση του δήμου ως συλλογικού υποκειμένου της πολιτικής διαδικασίας. Η επίκλησή της από σύγχρονους κρατικούς αξιωματούχους δημιουργεί ένα κρίσιμο αναλυτικό ερώτημα⸱ κατά πόσον η αναφορά στη δημοκρατική παράδοση συνοδεύεται από αντίστοιχη αντίληψη περί της θεσμικής θέσης της κοινωνίας στην πολιτεία. Στην περίπτωση Ρούμπιο, η ιστορική μνήμη λειτουργεί κυρίως ως συμβολικό κεφάλαιο νομιμοποίησης μιας στρατηγικής ισχύος. Η επίκληση της αρχαίας δημοκρατίας δεν συνοδεύεται, στο εξεταζόμενο επιχείρημα, από συστηματική προβληματική για την κοινωνική ιδιοκτησία του πολιτικού συστήματος, κατά την ορολογία του Κοντογιώργη.

Advertisement

Η διαφοροποιημένη διεθνής πρόσληψη της ομιλίας αντανακλά την πολυσημία αυτής της ιστορικής επίκλησης. Στις δημοσιογραφικές αναγνώσεις που αποδίδονται στο Reuters, στο CBS και στη Wall Street Journal, αναδεικνύονται, αντιστοίχως, η σύνδεση με την ατζέντα «America First», η περιορισμένη έμφαση στη δημοκρατική ισότητα και η ανάγκη ανάκτησης της δυτικής αυτοπεποίθησης. Οι αποκλίσεις αυτές δεν συγκροτούν ενιαία ερμηνεία, καταδεικνύουν όμως ότι η αναφορά στην αρχαιοελληνική κληρονομιά μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικές λειτουργίες –πολιτισμική ταυτοποίηση, στρατηγική νομιμοποίηση και κριτική αποτίμηση των σύγχρονων πολιτικών προτεραιοτήτων.

Η σύγκριση δεν δικαιολογεί ούτε την αναδρομική απόδοση στον Κολοκοτρώνη μιας ολοκληρωμένης δημοκρατικής θεωρίας, ούτε την ταύτιση της γεωπολιτικής επιχειρηματολογίας του Ρούμπιο με την άρνηση της δημοκρατίας. Ο πρώτος εκφράζεται εντός του θρησκευτικού, εθνικού και πολιτειακού ορίζοντα της μετεπαναστατικής Ελλάδας. Ο δεύτερος πραγματεύεται υπαρκτά ζητήματα στρατηγικής εξάρτησης, παραγωγικής αποδυνάμωσης και διεθνούς ανταγωνισμού. Η ουσιώδης διαφορά εντοπίζεται στη συγκρότηση του πολιτικού υποκειμένου και στον προσδιορισμό της ελευθερίας. Στον Κολοκοτρώνη, η κοινωνική κινητοποίηση προηγείται της κρατικής συγκρότησης και η παιδεία καλείται να υποστηρίξει τη μετεπαναστατική πολιτική πρόοδο. Στον Ρούμπιο, η πολιτισμική ταυτότητα και η ιστορική συνέχεια επιστρατεύονται για την ενίσχυση της κρατικής ικανότητας και της διεθνούς επιρροής.

Εν κατακλείδι, η συγκριτική ανάγνωση των δύο ομιλιών αναδεικνύει την Πνύκα ως τόπο όπου διασταυρώνονται ανταγωνιστικές νοηματοδοτήσεις της ελευθερίας και της πολιτικής νομιμοποίησης. Η ιστορική αναφορά στη δημοκρατία δεν αρκεί για να τεκμηριώσει τη δημοκρατική φύση ενός πολιτικού προτάγματος. Το αποφασιστικό κριτήριο είναι η θέση της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα και, ειδικότερα, η δυνατότητά της να συγκροτείται σε θεσμικό υποκείμενο της πολιτικής απόφασης. Η εθνική ανεξαρτησία και η γεωπολιτική ισχύς αποτελούν διακριτές διαστάσεις της συλλογικής αυτονομίας, χωρίς να υποκαθιστούν την πολιτική ελευθερία. Υπό αυτή την έννοια, η αντιπαραβολή Κολοκοτρώνη και Ρούμπιο υπερβαίνει τη σύγκριση δύο ιστορικών ομιλιών και επαναφέρει ένα θεμελιώδες πρόβλημα της πολιτικής θεωρίας⸱ τη διάκριση μεταξύ της ισχύος του κράτους και της αυτονομίας της κοινωνίας.

Advertisement