Μόνο διαβάζοντας τη λογοτεχνία άλλων εποχών μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τόσο καλά πως στην πολιτική και στην κοινωνία υπάρχουν συμπεριφορές και φαινόμενα που εκδηλώνονται με τον ίδιο τρόπο διαχρονικά, αν και οι συνθήκες ζωής αλλάζουν.
Υπάρχει, λοιπόν, ένα ποίημα του Καβάφη, που έγραψε το 1928, που λέγεται «Εν Μεγάλη Ελληνική Αποικία 200 π.Χ.» και αξίζει να το διαβάσει κανείς στο σήμερα, στο οποίο η πολιτική αναμόρφωση θεωρείται βασικό αίτημα για το μέλλον.
Το ποίημα ξεκινά ως εξής:
Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μόλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι,
να έφθασε ο καιρός να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
(…) (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κι εξετάζουν,
κι ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής (…)
Είχε γράψει και ο Γεώργιος Σουρής το «Εκλογείς και Υποψήφιοι» στα τέλη του 19ου αιώνα:
Ανοίγει ένα κι άλλο βουλευτικό παλάτι,
και τόσων δεσποινίδων χεράκια τρυφερά
την λερωμένη σφίγγουν χερούκλα του χωριάτη,
και στο χαλί πατούνε ποδάρια βρομερά.
Μην κάθεσθε απ΄ έξω, στη σάλα μας ορίστε,
μη στέκεσθε ολόρθος, στον καναπέ καθίστε (…)
Ο Σουρής πέθανε σαν σήμερα, στις 26 Αυγούστου του 1919 στο Νέο Φάληρο. Δεν σατύριζε μόνο τους πολιτικούς. Έγραψε και το ποίημα, «Ο Ρωμηός», στο οποίο μίλησε για τον Έλληνα, που ασχολείται με την πολιτική και τη σχολιάζει.
Μεταξύ άλλων γράφει εκεί:
(…)Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ…
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
Κι αυτό ταιριαστό στο σήμερα, ίσως το μόνο που άλλαξε είναι ο καφές. Αντί για ελληνικό με καϊμάκι, απολαμβάνουμε εκστατικά και βρίζοντας έναν φρέντο.
Και στο ποίημα «Πρέβεζα» του Κώστα Καρυωτάκη υπάρχει ένα πνιγηρό αίσθημα που μπορεί να νιώθει κανείς ακόμη μέσα στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο Καρυωτάκης έγραψε το εν λόγω ποίημα το 1928, λίγες εβδομάδες πριν αυτοκτονήσει.
Και το ποίημα τελειώνει ως εξής:
(…) Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.
Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους αυτούς,
ένας επέθαινε από αηδία (…)
Ας συνεχίσουμε με έναν άλλο σπουδαίο του 20ου αιώνα. Ο Τάσος Λειβαδίτης ήταν ένας ποιητής, που διαβάζοντας πολλά ποιήματά του νομίζει κανείς ότι ζούσε μόνιμα βυθισμένος σε κάποιο όνειρο. Παρόλα αυτά, στη συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», που εκδόθηκε το 1953, ασχολήθηκε κι εκείνος με έναν υπουργό.
Ο υπουργός χειρονομεί
πάνω στο χαμηλό μαύρο ουρανό
τα χέρια του σχεδιάζουν την προδοσία
Μάλιστα, ο Λειβαδίτης συνελήφθη για το έργο αυτό, δικάστηκε και αθωώθηκε.
«Δεν δικάζομαι για κανένα συγκεκριμένο αδίκημα, αλλά για την ίδια την ποιητική μου ιδιότητα», είπε τότε.
Έχει γίνει και μια ωραία μελοποίηση βασισμένη στο έργο αυτό με έντονη αναφορά στο πρόσωπο του υπουργού, το «Φυσάει», που τραγουδήθηκε από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Είναι ιδιαιτέρως καυστική η απαγγελία του Γιώργου Μιχαλακόπουλου.
Μα αν ένα δίστιχο μας ταιριάζει πολύ εν έτει 2026, σε εμάς, στο σώμα των πολιτών πριν τις εκλογές που αναμένονται, είναι αναμφίβολα το δίστιχο που κλείνει το (όχι πολιτικό) ποίημα, «Οι Μοιραίοι» του Κώστα Βάρναλη, που γράφτηκε το 1922 και περιγράφει μια παρέα άτυχων που πίνουν κάθε βράδυ:
Δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα
Προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα!
Φυσικά, υπάρχουν ναρκισσισμός, ψέμα και κακές συμπεριφορές και στον χώρο της τέχνης. Τα παραπάνω δεν θα ήθελα να μας κάνουν να εξιδανικεύσουμε όλους τους ποιητές και να αφορίζουμε άκριτα όλους τους πολιτικούς, γιατί αυτό είναι μια στάση βολική και χωρίς προοπτική.
Η ποίηση, όμως, δεν ασχολείται μόνο με την ομορφιά της φύσης, την αγάπη και τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Πολλές φορές μιλά για την πολιτική και την κοινωνία με έναν τρόπο μοναδικό. Πολλές φορές φωτίζει πλευρές, που αποφεύγουμε με κάθε τρόπο να δούμε.
Και ο σαρκασμός, αν και τον θεωρούμε στοιχείο των αναίσθητων, είναι τότε ο ύστατος τρόπος επιβίωσης των απογοητευμένων ρομαντικών.