Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
*
Το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία επεισοδιακή εκδήλωση της χρόνιας αστάθειας της μεταψυχροπολεμικής Μέσης Ανατολής. Αντιθέτως, συνιστά αντανάκλαση μιας βαθύτερης συστημικής μετάβασης, κατά την οποία η σχετική φθορά της αμερικανικής ηγεμονικής ικανότητας συμπίπτει με την ανάδυση περιφερειακών αναθεωρητικών δυνάμεων που αμφισβητούν ανοιχτά τους όρους της αμερικανοκεντρικής τάξης ασφαλείας.
Η δημόσια απόρριψη της ιρανικής πρότασης από τον Ντόναλντ Τραμπ ως «απολύτως απαράδεκτης», σε συνδυασμό με την απειλή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται «μόνο δύο ακόμη εβδομάδες» για να πλήξουν το σύνολο των στρατηγικών στόχων της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αποτυπώνει μια μορφή εξαναγκαστικής διπλωματίας, όπου η διαπραγμάτευση παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός αμοιβαίου συμβιβασμού και μετατρέπεται σε εργαλείο στρατηγικού καταναγκασμού υπό τη μόνιμη σκιά στρατιωτικής κλιμάκωσης. Ωστόσο, η κατηγορηματική θέση της Τεχεράνης ότι «κανείς στο Ιράν δεν συντάσσει προτάσεις για να ευχαριστήσει τον Τραμπ» καταδεικνύει πως το ιρανικό καθεστώς αντιλαμβάνεται την αντιπαράθεση όχι ως περιορισμένη διπλωματική κρίση, αλλά ως υπαρξιακή δοκιμασία κυριαρχικής αξιοπιστίας, καθεστωτικής αντοχής και περιφερειακής αυτονομίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, η ουσία της σύγκρουσης υπερβαίνει κατά πολύ το στενό πεδίο του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Το πραγματικό διακύβευμα αφορά τη μορφή της περιφερειακής τάξης στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα το εάν το Ιράν θα εξακολουθήσει να λειτουργεί ως αυτόνομος γεωπολιτικός πόλος με δυνατότητα ασύμμετρης προβολής ισχύος ή εάν θα εξαναγκαστεί σε στρατηγική υποχώρηση υπό την πίεση ενός αμερικανοϊσραηλινού συστήματος ανάσχεσης.
Οι αμερικανικές απαιτήσεις για πλήρη τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος, διεθνή εποπτεία των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου, περιορισμό του βαλλιστικού οπλοστασίου και αποδυνάμωση των περιφερειακών δικτύων επιρροής της Τεχεράνης συνιστούν, στην πραγματικότητα, απόπειρα συνολικής αποδόμησης των υλικών και θεσμικών βάσεων της ιρανικής στρατηγικής ισχύος.
Αντιστρόφως, οι ιρανικές απαιτήσεις για άρση κυρώσεων, αποδέσμευση δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, ειδικό καθεστώς στα Στενά του Ορμούζ και πολεμικές αποζημιώσεις αντανακλούν τη βούληση της Τεχεράνης να διαπραγματευθεί όχι ως απομονωμένο κράτος υπό πίεση, αλλά ως αναθεωρητική δύναμη που διεκδικεί θεσμική κατοχύρωση της περιφερειακής της επιρροής και αναγνώριση της γεωπολιτικής της βαρύτητας.
Στο πλαίσιο αυτό, τα Στενά του Ορμούζ αποκτούν κομβική γεωοικονομική σημασία. Η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει τον έλεγχο μιας εκ των σημαντικότερων θαλάσσιων αρτηριών του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος σε εργαλείο στρατηγικής πίεσης, συνδέοντας τη γεωγραφική θέση με την πολιτική κυριαρχία και τη δυνατότητα επιβολής κόστους στους αντιπάλους της. Η αμερικανική στρατηγική κοινότητα αντιλαμβάνεται αυτή την επιδίωξη ως άμεση απειλή τόσο για την αρχή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας όσο και για τη διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας στον Περσικό Κόλπο. Η επιμονή της Ουάσινγκτον στη συνέχιση του ναυτικού αποκλεισμού έως την επίτευξη συνολικής συμφωνίας αποτυπώνει ακριβώς αυτή τη λογική γεωοικονομικής αποτροπής, όπου ο έλεγχος των θαλάσσιων ροών ενέργειας μετατρέπεται σε κεντρικό εργαλείο στρατηγικής επιρροής.
Παράλληλα, η συγκαιρινή κρίση αποκαλύπτει με ιδιαίτερη ένταση και τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Οι δηλώσεις του Δημοκρατικού γερουσιαστή Μαρκ Κέλι περί «σοκαριστικής» μείωσης των αμερικανικών αποθεμάτων κρίσιμων πυρομαχικών εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν εισάγουν μία εξαιρετικά κρίσιμη μεταβλητή στη γεωπολιτική εξίσωση. Οι αναφορές σε ελλείψεις πυραύλων Tomahawk, ATACMS, SM-3 και Patriot καταδεικνύουν ότι ακόμη και η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του διεθνούς συστήματος αντιμετωπίζει πλέον περιορισμούς βιομηχανικής αναπαραγωγής ισχύος και επιχειρησιακής αντοχής σε συνθήκες παρατεταμένου πολέμου υψηλής έντασης. Η παραδοχή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν θα ήταν σε θέση να αμυνθούν σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης» υπερβαίνει τη συγκυριακή εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση και αποκτά βαθύτερη θεωρητική σημασία. Υποδηλώνει τη μετάβαση από το μεταψυχροπολεμικό μοντέλο σχεδόν ανεξάντλητης στρατιωτικής υπεροχής σε μία περίοδο στρατηγικής φθοράς, δημοσιονομικής υπερεπέκτασης και μειούμενης δυνατότητας ταυτόχρονης διαχείρισης πολλαπλών θεάτρων επιχειρήσεων.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα και τη διαπραγματευτική δυναμική με την Τεχεράνη. Η ιρανική ηγεσία αντιλαμβάνεται ότι η αμερικανική στρατηγική πίεσης διεξάγεται υπό συνθήκες αυξανόμενου κόστους και περιορισμένης πολιτικοστρατιωτικής αντοχής, γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί αποκλειστικά υπέρ της Ουάσινγκτον. Αυτό εξηγεί σε σημαντικό βαθμό τη σκλήρυνση της ιρανικής στάσης και την άρνηση αποδοχής όρων που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως μονομερής συνθηκολόγηση. Ταυτόχρονα, οι συνεχιζόμενοι ισραηλινοί βομβαρδισμοί στον Λίβανο και η εντεινόμενη δραστηριοποίηση της Χεζμπολάχ καταδεικνύουν ότι η κρίση έχει ήδη μετασχηματιστεί σε πολυεπίπεδο περιφερειακό πόλεμο φθοράς, όπου κρατικοί και μη κρατικοί δρώντες λειτουργούν εντός ενός ενιαίου πεδίου στρατηγικού ανταγωνισμού και αλληλεξαρτώμενης αποτροπής.
Το σημερινό αδιέξοδο αποκαλύπτει, συνεπώς, ότι οι δύο πλευρές δεν συγκρούονται απλώς για τεχνικά ζητήματα πυρηνικού ελέγχου, αλλά για ανταγωνιστικά οράματα περιφερειακής τάξης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν τη διατήρηση ενός συστήματος ελεγχόμενης ισορροπίας υπό αμερικανική στρατηγική εποπτεία, ενώ το Ιράν επιχειρεί να οικοδομήσει ένα αναθεωρητικό μοντέλο περιφερειακής αυτονομίας βασισμένο στην ασύμμετρη ισχύ, τη γεωοικονομική επιρροή και τα δίκτυα παρακρατικής αποτροπής. Υπό αυτές τις συνθήκες, η διπλωματία δεν λειτουργεί ως εναλλακτική του πολέμου, αλλά ως παράλληλη μορφή συνέχισής του με διαφορετικά μέσα, όπου οι διαπραγματεύσεις εντάσσονται στην ίδια τη λογική της στρατηγικής αντιπαράθεσης.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η προοπτική μιας βιώσιμης διαπραγματευτικής διευθέτησης δεν μπορεί να στηριχθεί σε λογικές μονομερούς επιβολής.
Μια σταθερή συμφωνία προϋποθέτει:
πρώτον, την αποκατάσταση της αξιοπιστίας των δεσμεύσεων μέσω θεσμικών και υλικών μηχανισμών που καθιστούν το κόστος υπαναχώρησης υψηλό για όλες τις πλευρές.
Δεύτερον, απαιτεί μία συμμετρική αρχιτεκτονική ανταλλαγμάτων, όπου οι περιορισμοί του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος θα συνοδεύονται από άμεσα και απτά οικονομικά, πολιτικά και στρατηγικά οφέλη.
Τρίτον, και ίσως σημαντικότερο, οφείλει να αναγνωρίσει ότι για την ιρανική πλευρά το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνολογικό ή διαπραγματευτικό, αλλά συνδεδεμένο με την ίδια την επιβίωση του καθεστώτος, την ιστορική εμπειρία εξωτερικών παρεμβάσεων και την ανάγκη αποτροπής μελλοντικών απειλών.
Εν κατακλείδι, ο πόλεμος στο Ιράν αναδεικνύει ένα θεμελιώδες παράδοξο της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής⸱ οι στρατηγικές που αποσκοπούν στην αποδυνάμωση ενός αντιπάλου μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να ενισχύσουν ακριβώς τις κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτικές βάσεις που διασφαλίζουν την αντοχή του. Η κατανόηση αυτού του παραδόξου αποτελεί προϋπόθεση για οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια διπλωματικής διευθέτησης. Εάν μια τέτοια διευθέτηση πρόκειται να αποδειχθεί βιώσιμη, θα πρέπει να υπερβεί τη λογική του εξαναγκασμού και να κινηθεί προς μια περισσότερο σύνθετη μορφή στρατηγικής αμοιβαιότητας, όπου η ασφάλεια δεν θα αντιμετωπίζεται ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος αλλά ως προϊόν αμοιβαία αναγνωρισμένων ορίων ισχύος και συμφερόντων.