Η επίδειξη ισχύος του Τράμπ στην Βενεζουέλα και η αιχμαλωσία του Μαδούρο και της γυναίκας του χωρίς Αμερικανικές απώλειες όπως κομπάζει ο Τράμπ, ανοίγει πολύ επικίνδυνους ατραπούς για την παγκόσμια ασφάλεια και ειρήνη και μας οδηγεί σε μια νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων.
Ότι κάτι ετοίμαζε ο Τράμπ εναντίον του αυταρχικού καθεστώτος της Βενεζουέλας ήταν φανερό εδώ και αρκετούς μήνες.
Η επιθετική φρασεολογία του, η ταύτιση του καθεστώτος Μαδούρο με την διακίνηση ναρκωτικών, οι επιθέσεις σε πλοιάρια που κατά τον Τράμπ μετέφεραν ναρκωτικά καθώς και ο αποκλεισμός της Βενεζουέλας από πλοία του πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ, προϊδέαζαν ότι μια επίθεση στην Βενεζουέλα ήταν ορατή.
Ίσως όχι αυτής της μορφής αλλά ήταν κάτι που και ο Μαδούρο περίμενε.
Οι ΗΠΑ διαχρονικά είχαν την τάση να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά των χωρών όταν ήθελαν να κερδίσουν κάτι.
Όταν αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί με τις πιέσεις που ασκούσαν, τότε με τους πράκτορες τους δημιουργούσαν μια εσωτερική αναταραχή για να ανατραπεί η εκλεγμένη από τον λαό ηγεσία και τοποθετούσαν τα δικά τους ανδρείκελα που θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς τους.
Αυτό που συνέβη στην Βενεζουέλα ξεφεύγει αυτού του «κανόνα».
Για πρώτη οι ΗΠΑ εισβάλουν στρατιωτικά στην πρωτεύουσα μιας χώρας με σκοπό την απαγωγή της ηγεσίας της και ο πρόεδρός τους να παρακολουθεί live κυνικά και αυτάρεσκα τα διαδραματιζόμενα από τον καναπέ του Λευκού Οίκου, λες και έβλεπε πολεμική ταινία του Χόλυγουντ, αν και κατά τη διάρκεια των προεκλογικών του εκστρατειών υποσχέθηκε επανειλημμένα ότι θα σταματήσει τους «ατέλειωτους πολέμους» (forever wars) στους οποίους εμπλέκονται οι ΗΠΑ και ότι δεν θα επιδιώξει την ανατροπή κυβερνήσεων σε άλλα κράτη.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο Τράμπ δεν μπήκε μόνο στο υπνοδωμάτιο της οικογένειας Μαδούρο, μπήκε στο σπίτι κάθε χώρας που εποφθαλμιά τον πλούτο της και αναρωτιέμαι ποιά άλλη από αυτές έχει σειρά.
Μήπως ο Παναμάς που τον ενοχλεί αφάνταστα η αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στην οικονομία του ενώ ο ίδιος έχει σαν στόχο να ελέγξει την διώρυγά του.
Η επιθυμία αυτή συνδέεται με την αμερικανική γεωπολιτική στρατηγική, την εμπορική ανταγωνιστικότητα καθώς η διώρυγα είναι κρίσιμη για τις παγκόσμιες θαλάσσιες μεταφορές.
Η Κούβα που είναι το αγκάθι στο μαλακό υπογάστριο των ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες.
Ο Τράμπ προειδοποίησε την Κούβα ότι μετά την Βενεζουέλα «θα είναι το επόμενο θέμα συζήτησης» και χαρακτήρισε τη χώρα «αποτυχημένο έθνος».
Αν και δήλωσε ότι δεν εξετάζει άμεση στρατιωτική δράση αυτή τη στιγμή εκτιμώντας ότι η Κούβα θα καταρρεύσει «από μόνη της λόγω οικονομικής εξαθλίωσης», η ρητορική της κυβέρνησής του αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά.
Η Κολομβία και ο πρόεδρος της Γκουστάβο Πέτρο που τον απείλησε ότι «καλά θα κάνει να προσέχει» και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο στρατιωτικών πληγμάτων σε εγκαταστάσεις ναρκωτικών εντός της, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε χώρα στέλνει ναρκωτικά στις ΗΠΑ είναι «υποψήφια για επίθεση».
Το Μεξικό που οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι τεταμένες λόγω της μετανάστευσης, των ναρκωτικών και της ασφάλειας των συνόρων.
Μετά την επιχείρηση στο Καράκας ο Τράμπ δήλωσε ότι «κάτι πρέπει να γίνει με το Μεξικό», υποστηρίζοντας ότι η χώρα ελέγχεται από τα καρτέλ ναρκωτικών εξετάζοντας την χρήση drones και μυστικών επιχειρήσεων σε μεξικανικό έδαφος.
Και σαν να μην έφταναν όλες αυτές οι απειλές, στέλνει και ένα μήνυμα προς τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής επικαλούμενος το «Δόγμα Μονρόε», τονίζοντας ότι η αμερικανική κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο δεν θα αμφισβητηθεί ποτέ ξανά.
Η Γροιλανδία που στις 4 Ιανουαρίου 2026, ο Τράμπ δήλωσε επανειλημμένα ότι η απόκτηση της Γροιλανδίας είναι «απολύτως απαραίτητη» για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η περιοχή είναι περικυκλωμένη από ρωσικά και κινεζικά πλοία και ότι η Δανία δεν μπορεί να εγγυηθεί την προστασία της.
Και το τραγικότερο όλων δεν είναι τα επικίνδυνα για την παγκόσμια ειρήνη σχέδια του Τράμπ που γράφει στα παλιά του τα παπούτσια το διεθνές δίκαιο, τον ΟΗΕ και τα απαραβίαστα σύνορα των κρατών, αλλά η αντίδραση των ηγεσιών της Δύσης.
Οι μόνες χώρες που καταδίκασαν τους βομβαρδισμούς, την παράνομη εισβολή και την αιχμαλωσία της οικογένειας Μαδούρο εκτός των χωρών της Λατινικής Αμερικής ήταν η Ρωσία, η Κίνα, το Ιράν, η Ισπανία, η Ν. Αφρική.
Κάποιες επικρότησαν τον Τραμπ-ουκισμό όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Γαλλία, η Βρετανία, το Ισραήλ και μεταξύ και αυτών και η Ελλάδα που με την δήλωσή του ο Κ. Μητσοτάκη δεν κράτησε ούτε τα προσχήματα, κάποιες άλλες προτίμησαν κάποια ουδετερότητα απευθύνοντας έκκληση για «αυτοσυγκράτηση», η δε Ευρωπαϊκή Ένωση κάλεσε «να τηρείται το διεθνές δίκαιο» εκφράζοντας ταυτόχρονα την προσήλωσή της σε δημοκρατική και ειρηνική μεταβίβαση της εξουσίας.
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι.
Ναι, ο Μαδούρο ήταν ένας δικτάτορας, το καθεστώς του χαρακτηρίστηκε από την καταστολή των αντιφρονούντων, από τις φυλακίσεις χιλιάδων διαδηλωτών και τις σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Είναι ο άνθρωπος που ευθύνεται για την διαφθορά και την φτώχια του λαού του, αν σκεφτεί κανείς ότι λίγο πριν το θάνατο του προέδρου Τσάβες το 2012 το ΑΕΠ της χώρας ήταν 372,592 δισ. δολαρίων, για να οδηγηθεί επί προεδρίας Μαδούρο σε μια ασύλληπτη κατάρρευση των 42,84 δισ. μέσα σε 6 μόνο χρόνια, για να ανακάμψει το 2024 στα 119,803 δις.
Η δε επανεκλογή του το 2024 καταδικάστηκε ως προϊόν νοθείας από τη διεθνή κοινότητα, καθώς οι αρχές δεν παρουσίασαν ποτέ αναλυτικά αποτελέσματα, ενώ η αντιπολίτευση του Εδμούνδο Γκονσάλες παρουσίασε στοιχεία που έδειχναν ότι αυτός ήταν ο νικητής των εκλογών, ενώ έχει κατηγορηθεί για ναρκοτρομοκρατία, με την Ουάσινγκτον να θεωρεί ότι είναι ο επικεφαλής του καρτέλ «Los Soles».
Αυτά όμως δεν δικαιολογούν την παραβίαση του διεθνούς δικαίου από τις ΗΠΑ, τον βομβαρδισμό της πρωτεύουσας Καράκας την αιχμαλωσία και την διαπόμπευση.
Δυστυχώς μπαίνουμε σε μια εποχή που τα συμφέροντα του ισχυρού είναι πάνω από την ηθική, το δίκαιο και την παγκόσμια νομιμότητα.
Μπαίνουμε στην λογική ότι η ωμή ισχύς, η αιφνιδιαστική παρέμβαση και η δημόσια επίδειξη αποτελεσματικότητας μπορούν να παρουσιάζονται ως κανονικότητα, ακόμη και ως αρετή.
Δυστυχώς όταν η εξωτερική πολιτική μετατρέπεται σε αφήγημα προσωπικού θριάμβου, όταν οι γεωπολιτικές στρατηγικές περιγράφονται με όρους ριάλιτι και επικοινωνιακού εντυπωσιασμού, τότε το μήνυμα προς τον κόσμο είναι ένα και σαφές.
Το δίκαιο γίνεται πλαστελίνη στα χέρια του δυνατού.
Εύχομαι αυτά τα γεγονότα να μην γίνουν η αφορμή για άλλες χώρες να πράξουν τα ίδια.
Την Ρωσία που θέλει να επαναφέρει στην σφαίρα επιρροής της όλες τις χώρες που αποσχίστηκαν από την πρώην Σοβιετική Ένωση και βάλει εναντίον των ηγεσιών που δεν είναι φιλικές με την Μόσχα.
Αν αρχίσει και αυτή τους βομβαρδισμούς και τις απαγωγές των ηγετών εκείνων που αλληθωρίζουν προς την Δύση επικαλούμενη την δική της ασφάλεια, τι θα κάνει η διεθνής κοινότητα.
Την Τουρκία με τις επεκτατικές συμπεριφορές, την αναφορά της «στην γαλάζια πατρίδα», την αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης, τις παραβιάσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, την αμφισβήτηση των συνόρων και των κυριαρχικών δικαιωμάτων γειτονικών χωρών.
Την Κίνα που θεωρεί την Ταϊβάν αναπόσπαστο κομμάτι της επικράτειάς της και δεν έχει αποκλείσει ποτέ το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής βίας για την προσάρτησή της, τι θα πράξουν αλήθεια οι ηγέτες των χωρών που έσπευσαν να υπερασπιστούν την αλαζονική συμπεριφορά του Τράμπ.
Και στο τέλος, αν βγαίνει ένα συμπέρασμα από αυτή την νέα πραγματικότητα που η ασφάλεια δεν στηρίζεται πια στην διπλωματία και το διεθνές δίκαιο, το εισιτήριο επιβίωσης μιας χώρας είναι να διαθέτει πυρηνικά όπλα.
Όχι φυσικά γιατί κάνουν τον κόσμο ασφαλέστερο, αλλά επειδή είναι αποτρεπτικά και κάνουν διστακτικό τον επιτιθέμενο.
Εκτός αν πιστεύει κανείς ότι αν η Βενεζουέλα διέθετε πυρηνικά όπλα θα τολμούσε ο Τράμπ να βομβαρδίσει το Καράκας, η αντίστροφα αν η Ρωσία δεν διέθετε πυρηνικά όπλα θα τολμούσε να εισβάλει στην Ουκρανία.