Η αναχώρηση του «Κίμωνα», των «Ψαρών» και των τεσσάρων ελληνικών F-16 για την Κύπρο ήταν ομολογουμένως μια θετική εξέλιξη που ανέστρεψε δεκαετίες αμυντικής απομάκρυνσης του ελλαδικού κράτους από τον κυπριακό ελληνισμό. Παρά κάποιες κρίσιμες παρεμβάσεις, όπως η στήριξη για την ένταξη στην ΕΕ, οι ελλαδικές πολιτικές ελίτ έτειναν να βλέπουν την Κύπρο ως βαρίδι που έπρεπε να διαχειρισθούν και όχι ως αδελφό κράτος, στρατηγική προέκταση και αναπόσπαστο τμήμα του ελληνισμού. Δύσκολα ξεχνά κανείς την προώθηση του Σχεδίου Ανάν από μεγάλο μέρος της ελλαδικής πολιτικής ηγεσίας, την έως σήμερα μη οριοθέτηση ΑΟΖ, μέχρι και τους πρόσφατους τριγμούς ΑΔΜΗΕ-ΡΑΕΚ σχετικά με την «λυπητερή» ενός στρατηγικού έργου, του Great Sea Connector – ή «καλωδίου».

Κάποιος αισιόδοξος θα έλεγε ότι η πρόσφατη κίνηση είναι σημείο μιας ριζικής αλλαγής πλεύσης στην εξωτερική και αμυντική πολιτική. Θα πρέπει όμως να μετριάσουμε μια τέτοια αισιοδοξία λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαχείριση εθνικών και αμυντικών θεμάτων από την Κυβέρνηση χαρακτηρίζεται μάλλον από αντιδράσεις σε εξωτερικές πιέσεις παρά ως πρωτοβουλίες που εντάσσονται σε ένα γενικότερο όραμα.

Advertisement
Advertisement

Π.χ., η αυστηροποίηση της φύλαξης των συνόρων ήλθε με την υβριδική επίθεση στον Έβρο ακολουθώντας πολύμηνη αδράνεια, οι παραγγελίες Rafale και Belharra έγιναν μετά τις έρευνες του «Ορούτς Ρέις» και την «επακούμβηση» της «Λήμνου» με το «Κεμάλ Ρέις», ενώ η οριοθέτηση της ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ ήρθε ως συνέπεια του τουρκολιβυκού μνημονίου. Τούτων δοθέντων, είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε την πρόσφατη κίνηση ως προϊόν μιας προϋπάρχουσας στρατηγικής που εκμεταλλεύθηκε δημιουργικά την γεωπολιτική συγκυρία.

Ειδικώς στο ζήτημα της Κύπρου, η ύπαρξη μιας τέτοιας στρατηγικής δεν στηρίζεται από τα τελευταία γεγονότα. Πράγματι, η Ελλάδα απέστελλε πυρομαχικά για την υπεράσπιση της Ουκρανίας, Patriot για την προστασία της Σαουδικής Αραβίας (και προσφάτως του Κατάρ), αλλά όταν ετίθετο το θέμα της προστασίας της Κύπρου, η ελληνική κυβέρνηση υπέγραφε Διακήρυξη Φιλίας με την χώρα που κατέχει το ένα τρίτο της νήσου με χιλιάδες στρατού.

Είναι λοιπόν τώρα λίγο δύσκολο να δεχθούμε ότι δύο drone – που μάλιστα στόχευαν βρετανική βάση – κινητοποίησαν ανακλαστικά που ήταν ανύπαρκτα απέναντι στην Τουρκία. Για να μην παρεξηγηθώ, ο κίνδυνος δεν ήταν αμελητέος, η δε αφορμή ήταν ιδανική και καλώς την εκμεταλλευθήκαμε. Όμως, η διαχρονική νωχελική διάθεση του πολιτικού μας συστήματος απέναντι στις τουρκικές, και η προτίμηση στην «θετική ατζέντα» μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι το σημερινό όψιμο ενδιαφέρον δεν στην ίδια την Κύπρο, αλλά στο ότι τυχαίνει να είναι το Ιράν που την απειλεί.

Πράγματι, εξ όσων γνωρίζω κανείς κυβερνητικός παράγων δεν έκανε αναφορά στο δόγμα του «ενιαίου αμυντικού χώρου» Ελλάδος-Κύπρου. Δηλαδή η αποστολή παραμένει τυπικώς μια ad hoc δράση, για την οποία δεν υπάρχει καμία επίσημη δέσμευση παγίωσης και η οποία ίσως ανακληθεί μόλις θεωρηθεί ότι εξέλιπε ο συγκεκριμένος κίνδυνος.

Επιπλέον, ο απόπλους (2 Μαρτίου) ήρθε αμέσως μετά τις αναφορές για καταστροφή σειράς αμερικανικών ραντάρ του Περσικού Κόλπου κατά το προηγηθέν διήμερο: το ραντάρ ραδιοκυμάτων AN/FPS-132 στην βάση Αλ Ουντεΐντ στο Κατάρ, υπεύθυνο για την έγκαιρη προειδοποίηση πέραν του ορίζοντα, καθώς και τριών ή τεσσάρων μικροκυματικών ραντάρ AN/TPY-2 του συστήματος THAAD (Αλ Ρουβάις-ΗΑΕ, Μουαφάκ Σαλτί-Ιορδανία, Prince Sultan-Σ. Αραβία) που αναλάμβαναν την ακριβή παρακολούθηση των στόχων που τους παρείχε η έγκαιρη προειδοποίηση. Χωρίς αυτά, η αεράμυνα ΗΠΑ και Ισραήλ είχε πιθανότατα τυφλωθεί από την προηγουμένη του απόπλου. Πράγματι, ενώ κατά τον πόλεμο των 12 ημερών η προειδοποίηση βαλλιστικών πυραύλων αναφερόταν στα 15-30 λεπτά, στις 4 Μαρτίου ήταν ήδη κάτω από 2 λεπτά. Ενδεχομένως λοιπόν ο «Κίμων» είχε ως αποστολή να μπαλώσει τρύπες της αμερικανοϊσραηλινής αεράμυνας – στο μέτρο του εφικτού – μαζί με τις συστοιχίες THAAD από την Νότιο Κορέα και των ελληνικών συστοιχιών Patriot που αναφέρθηκε ότι εστάλησαν στο Κατάρ.

Βεβαίως, με την έγκαιρη προειδοποίηση πλέον ανύπαρκτη, και με δεδομένο ότι τα υπάρχοντα συστήματα αεράμυνας δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους υπερηχητικούς (hypersonic) πυραύλους, ένα ερώτημα τίθεται ως προς το αν διακινδυνεύουμε τα συστήματα του «Κίμωνα» χωρίς νόημα. Το ίδιο ισχύει και για τους ελληνικούς Patriot που φεύγουν για το Κατάρ, όπου θα λειτουργούν χωρίς υποστήριξη έγκαιρης προειδοποίησης, άρα πιο εκτεθειμένοι – πιο πρόσφατες αναφορές θέλουν τον αριθμό των κατεστραμμένων ραντάρ να ανέρχεται στα 12. Μήπως διακινδυνεύουμε όπλα αποτελεσματικά έναντι της Τουρκίας, αλλά χωρίς απτό όφελος κατά των ιρανικών πυραύλων;

Το ερώτημα είναι εξαιρετικά τεχνικό, αλλά έστω κι έτσι, το ρίσκο μπορεί να θεωρηθεί λελογισμένο εφόσον συνοδεύεται και από κάποιο σκοπούμενο όφελος. Προβλέπεται όμως κάτι τέτοιο στους σχεδιασμούς; Αποσπάσαμε κάποιο ευνοϊκό τετελεσμένο, ή απλώς την ικανοποίηση ότι ανήκουμε στην «σωστή πλευρά της ιστορίας»; Εντάσσεται η όλη επιχείρηση σε κάποιον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό που περιλαμβάνει 12 μίλια, ΑΟΖ με την Κύπρο, στρατιωτική παρουσία και, εν τέλει, επίλυση του κυπριακού;

Ελπίζουμε πως ναι. Σε κάθε περίπτωση, οι στόχοι της κυβέρνησης θα διαπιστωθούν από την συνέχιση – ή μη – της στρατιωτικής μας παρουσίας στην Κύπρο την επομένη του πολέμου.