Ή με ποδοσφαιρικούς όρους, πότε ο… διαιτητής σφυρίζει τη λήξη; Ποτέ είμαστε σε θέση να πούμε ότι το ένα εμπόλεμο μέρος επικράτησε του άλλου; Η απάντηση θα θεωρείτο εύκολη υπό όρους τόσο θεωρητικούς, όσο και πραγματολογικούς. Είναι όμως;
Το βασικό κριτήριο, το οποίο διέπει τα συστήματα λήψης αποφάσεων των συλλογικοτήτων, είναι το ορθολογικό. Και αν από τις εν λόγω συλλογικότητες οφείλουμε να εξαιρέσουμε τις πάσης προέλευσης οργανώσεις, τουλάχιστον τα κράτη – και ιδίως οι Μεγάλες Δυνάμεις – χαράζουν τη στρατηγική τους με τέτοιους υλιστικούς όρους προσμέτρησης κόστους-οφέλους. Η επαλήθευση της αρχής του ορθολογισμού στις περιπτώσεις των κρατών σχετίζεται με την ύπαρξη μιας τυπικής θεσμικής συγκρότησης στο εσωτερικό, προκειμένου οι αποφάσεις να λαμβάνονται αποστειρωμένα και με μοναδικό γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Στην περίπτωση, δηλαδή, της πολεμικής σύρραξης και ενώπιον του κινδύνου μιας ολικής καταστροφής με προεκτάσεις μείζονος ανθρωπιστικής κρίσης, η ηγεσία του άνισα πληττόμενου μέρους επιχειρεί μια διαφυγή (ειρηνευτικό σχέδιο, ανακωχή ενδεχομένως για να κερδίσει χρόνο, οπισθοχώρηση προς εκμετάλλευση πιθανού στρατηγικού βάθους κλπ.). Εξάλλου, η στρατηγική ήττα ενός κράτους είναι δυνατή, αλλά η εξαφάνιση ενός έθνους συνιστά ένα δύσκολο εγχείρημα ώστε να επιτευχθεί μέσω ενός πολέμου. Η ηγεσία, συνεπώς, εξετάζει τα δεδομένα με βάση και την επόμενη ημέρα, το μέλλον του έθνους, αλλά και τη δυνατότητα «επιστροφής» του κράτους σε δεύτερο χρόνο.
Το κράτος θεωρείται ότι λειτουργεί ορθολογικά επειδή η ηγεσία μεριμνά πρωτίστως για το εθνικό συμφέρον και όχι για την επιβίωση του καθεστώτος, καθώς η μετακένωση από το ατομικό στο συλλογικό έχει σαφείς προεκτάσεις στο πώς ο «ηγέτης» διαγιγνώσκει πλέον τους συσχετισμούς ισχύος. Με απλά λόγια, η ανάληψη της εξουσίας σημαίνει ανάληψη ευθυνών, η οποία υποχρεώνει τον ηγέτη να λαμβάνει τις στρατηγικές αποφάσεις με μακροπρόθεσμους όρους συλλογικής επιβίωσης. Συνεπώς, το κράτος συνθηκολογεί όταν διαβλέπει ότι δεν έχει πιθανότητα επικράτησης ή ελέγχου της κλιμάκωσης και προσπαθεί να διαμορφώσει το πλαίσιο διαπραγμάτευσης, ώστε να καλλιεργηθούν οι συνθήκες προστασίας των πολιτών του, διάσωσης των υποδομών του και ύστερης ανάκαμψής του.
Και κάπου εδώ υπεισέρχονται οι «εξαιρέσεις»… Το ένα εμπόλεμο μέρος εισέρχεται στο φάσμα της καταστροφής, αλλά επειδή προτεραιότητα της ηγεσίας είναι η επιβίωση του καθεστώτος, αυτή αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτική και έτοιμη να αναλάβει υψηλό στρατηγικό κόστος. Πώς αναλύεται μία τέτοια συνθήκη;
Η μη εκπλήρωση των αρχικά τιθέμενων στόχων από πλευράς του – ας τον ονομάσουμε χάριν ευκολίας – «νικητή» συνιστά ένα πλήγμα στη στρατηγική αξιοπιστία του, ιδίως όταν πρόκειται για μια Μεγάλη Δύναμη ή, πολλώ δε μάλλον, την κορυφαία πολεμική μηχανή του πλανήτη. Όμως και η στρατηγική εξουθένωση του αντιπάλου αποτελεί μια «κερκόπορτα» για τη διαρκή μελλοντική φθορά του, καθώς θα έχει μετατραπεί σε έναν «Λίβανο» που θα βομβαρδίζεται όποτε αυτό κρίνεται! Προφανώς, να επισημανθεί παρενθετικά, με αφορμή την περίπτωση του Λιβάνου, ότι η αποτυχία σε επίπεδο αστυνόμευσης δεν αποτελεί στρατηγική ήττα.
Τούτων δοθέντων, σε μια περίπτωση όπως η ανωτέρω, δε θα έχουμε ξεκάθαρο νικητή με την τυπική λήξη του πολέμου, αλλά θα έχουμε τη δημιουργία προϋποθέσεων υπέρ του μέρους, που επικρατεί στρατιωτικά, ασχέτως αν δεν επιτυγχάνει μια καθολική νίκη. Στην περίπτωση του Ιράν, για παράδειγμα, έχουμε ήδη τη διάρρηξη των σχέσεών του με τη Σαουδική Αραβία και τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου σε μια ιστορική συγκυρία, κατά την οποία η Κίνα – ήδη από το 2023 – είχε αναλάβει διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες συνεννόησής τους. Αυτή αποτελεί μία νίκη των Η.Π.Α. στη λογική της διαφύλαξης του «διαίρει και βασίλευε», αλλά και επισήμανσης ότι οι εμπορικές-ενεργειακές ροές τίθενται στο επίκεντρο των στόχων τους. Άλλωστε, η αναχρηματοδότηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους μέσω της εξασφάλισης κυκλοφορίας του δολαρίου συνιστά ένα διαρκές μέλημα για την Ουάσιγκτον, το οποίο συνδέεται, κατά μείζονα λόγο, με τον έλεγχο της πετρελαιοκεντρικής οικονομίας.
Ένας αντίλογος θα αφορούσε το δυναμικό του Ιράν. Είναι μια χώρα ευμεγέθης και πλούσια σε πόρους, ιδιαιτέρως θελκτική για κάθε νέο διεθνή πόλο ισχύος, στο πλαίσιο του αναδυόμενου πολυπολικού και ήδη πολυκεντρικού διεθνούς συστήματος. Δεύτερο παγκοσμίως σε αποθέματα φυσικού αερίου, τέταρτο σε αποθέματα πετρελαίου, δυνητικός ηγεμόνας της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και του μουσουλμανικού κόσμου και ουσιαστικός «ελεγκτής κυκλοφορίας» στο τεράστιας γεωπολιτικής σημασίας σημείο ασφυξίας του Στενού του Ορμούζ. Ένας τέτοιος παίκτης δύναται εύκολα να «συνέλθει» όσο διατηρεί την εσωτερική συνοχή του αλλά, την ίδια στιγμή, ακριβώς επειδή είναι αυτός που είναι, οι αντίπαλοί του είναι έτοιμοι να αναλάβουν υψηλό στρατηγικό κόστος για την εξισορρόπησή του.
Τί σημαίνουν εν ολίγοις τα ανωτέρω; Ότι το Ιράν είναι πολύ σημαντικό και ανθεκτικό, τόσο για να καταρρεύσει εν μία νυκτί όσο και για να αφεθεί στην «ησυχία» του συνεχίζοντας την ίδια γεωστρατηγική των «αντιπροσώπων» στη Μέση Ανατολή, του ανέλεγκτου πυρηνικού προγράμματος και του θηριώδους βαλλιστικού προγράμματος. Ο τελικός «νικητής» δε θα κριθεί στα πεδία ή στους αιθέρες των μαχών, ούτε στο ειρηνευτικό σχέδιο, αλλά θα διαφανεί σε βάθος χρόνου διαμέσου της ανθεκτικότητας που θα επιδείξει, της ετοιμότητας και της ισχυρής βούλησής του. Θα κριθεί στην επάρκεια του στρατηγικού σχεδιασμού του στο μεταπολεμικό περιβάλλον, το οποίο θα είναι σε κάθε περίπτωση διαφορετικό, με τα αραβικά κράτη έτοιμα να συγκροτήσουν μηχανισμούς εξισορρόπησης της Τεχεράνης και το Ιράν περισσότερο υποψιασμένο και έχοντας λάβει αναγκαία μαθήματα επιβίωσης.