Η κρίση στην Ουκρανία, με την πολεμική αναμέτρηση να συνεχίζεται μετά την εισβολή του Ρωσικού καθεστώτος, έχει περάσει σε ένα νέο στάδιο από την αρχή του έτους. Με την αποτύπωση του αφηγήματος του Πούτιν, μετά την εκλογή Τράμπ στην θέση του Προέδρου των ΗΠΑ, διαμορφώνονται κινήσεις που απέχουν από την στάση της προηγούμενης Αμερικανικής Προεδρίας. Ο συνδυασμός αυτός δημιουργεί αποφάσεις που καθορίζουν όχι μόνον την κρίση στην Ουκρανία, αλλά θέτουν την αντανάκλαση αυτού του περιεχομένου στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Για την επίλυση της ουκρανικής κρίσης και τον τερματισμό του πολέμου, η Ουάσιγκτον δέχεται σημαντικό μέρος των διατυπώσεων του Κρεμλίνου, υποβαθμίζοντας την σημασία των εγγυήσεων ασφαλείας που τίθενται από την ΕΕ και από το Κίεβο.
Απέναντι στην πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία, την παράλληλη ανάπτυξη υβριδικών απειλών που εξαπολύει το καθεστώς Πούτιν κατά της Ευρώπης, ακόμα και τις επιθετικές ενέργειες που αναλαμβάνουν ρωσικά drones, η Αμερική μεταβάλλει κατά ουσιώδη τρόπο την παγιωμένη από δεκαετίες μεταπολεμική ευρωατλαντική εταιρική σχέση μέσω κυρίως της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Οι αναφορές για μια Ευρώπη που παρακμάζει, οι πιέσεις που ασκούνται στην Ουκρανική ηγεσία να αποδεχθεί ένα «πακέτο λύσεων» για τον τερματισμό του πολέμου, εκφράζουν μια περίεργη αμερικανορωσική εξισορρόπηση να έχουν τον κυρίαρχο ρόλο στις ευρωπαϊκές εξελίξεις.
Είναι όλο αυτό το πλέγμα, που ο πρώην Σουηδός πρωθυπουργός Κάρλ Μπίλντ, το χαρακτηρίζει ως «κραυγαλέα εχθρότητα» των προθέσεων της Προεδρίας Τράμπ εις βάρος των ευρωπαϊκών συμφερόντων. Μια παρατεταμένη αστάθεια ως προς τις σχέσεις Ευρώπης-Αμερικής, δεν προσφέρει απολύτως τίποτα. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με πολεμικές συγκρούσεις εντός των εδαφών της και περιφερειακά σε αυτήν, ενώ δέχεται την ανάπτυξη ακραίων λαϊκισμών. Την ίδια ώρα που το αποτύπωμα της Αμερικανικής Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας θέτει το περίγραμμα των επιδιώξεων για ενίσχυση των παρεμβάσεων στο πολιτικό γίγνεσθαι της Ευρώπης , αυτό που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή πολιτική, είναι το έλλειμμα ικανότητας να μπορέσει να αντιτάξει μια επικαιροποιημένη και προωθημένη κατεύθυνση για την ολοκλήρωση της ενοποιητικής διαδικασίας.
Σήμερα, είναι οι αναθεωρητικές λογικές που δεν επιθυμούν μια Ευρώπη ενωμένη και ενδυναμωμένη, που αντιστρατεύονται τα φιλελεύθερα πρότυπα, επιδιώκοντας μια μεθοδευμένη αποδόμηση των μεταπολεμικών σταθερών της συλλογικής συνεργασίας, των ευρωπαϊκών κατακτήσεων των ανοικτών κοινωνιών. Το πως φτάσαμε στο Brexit και όλα όσα προηγήθηκαν , αποτελούν ενδείξεις πως τα λαϊκιστικά και ακραία κινήματα στην Ευρώπη επιζητούν να μεταλλάξουν τους ιστορικούς κοινοτικούς προσανατολισμούς, υπονομεύοντας τον θεσμικό, πολιτικό χαρακτήρα της Ένωσης, αλλά και το οικοδόμημα του ευρωατλαντικού περιβάλλοντος.
Στην αντιπαράθεση των αυταρχικών λογικών με την ΕΕ, προβάλλονται κυρίως αντιευρωπαϊκά ακραία κόμματα και κινήματα, ενισχυόμενα και από το καθεστώς του Κρεμλίνου. Ενώ το περιεχόμενο της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας που διαμορφώνει τους καθορισμούς της σημερινής αμερικανικής αρχής σε σχέση με το διεθνές περιβάλλον, απομακρύνεται από τα ισχύοντα καθ’ όλη την μεταπολεμική περίοδο, που βασίζονταν στον ρόλο της Αμερικής, κυρίως με την παρουσία της ως εγγυητής ασφάλειας της Ευρωπαϊκής ηπείρου, απέναντι στις ψυχροπολεμικές απειλές.
Το νέο περιεχόμενο του αμερικανικού σχεδίου, θέτει υπό αμφισβήτηση, τον πυλώνα της ευρωατλαντικής αμυντικής σχέσης, το ευρωπαϊκό ενοποιητικό σχέδιο, τον ρόλο των ευρωπαϊκών κρατών, που λειτουργεί διαιρετικά για τις δυτικές δημοκρατίες, για το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Πλέον είναι εμφανές ότι η Ουάσιγκτον εκπέμπει ένα διαφορετικό σήμα σε σχέση για το ποιές είναι οι αντιλήψεις της για το διεθνές περιβάλλον, οι στοχεύσεις της, επιδιώκοντας την απομάκρυνση της από ανταγωνισμούς της γεωπολιτικής σκακιέρας, αναδιατάσσοντας την εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων ανά τον κόσμο, απέναντι στις κινεζικές επιρροές, αρχίζοντας από την ζώνη του Ινδικού-Ειρηνικού ωκεανού. Μια θαλάσσια περιοχή, που λόγω του ζητήματος της Ταϊβάν, λόγω του ότι από τη Νότια Σινική Θάλασσα διακινείται σχεδόν το 1/3 των διεθνών εμπορικών συναλλαγών, χαρακτηρίζεται ως υψηλού ενδιαφέροντος για την Αμερική.
Το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος καταλαμβάνει την τρίτη θέση στα ζωτικά αμερικανικά ενδιαφέροντα, συνοδεύεται από μια επιθετική ρητορική και αξιολογική περιγραφή για όλη την μεταπολεμική της παρουσία, τέτοια που μειώνει τον χαρακτήρα της διαδικασίας ενοποίησης της Ευρώπης, περιγράφοντας με έμφαση ότι για την αντιστροφή αυτής της πορείας, δηλαδή για να ανακοπεί η ένωση της Ευρώπης, η Ουάσιγκτον θα υποστηρίξει «πατριωτικά κόμματα» δηλαδή ακροδεξιά κόμματα που αντιστέκονται στην προοπτική αυτή. Με τελικό στόχο της Ουάσιγκτον, να απεμπλακεί από κάθε ζήτημα υποστήριξης της Ευρώπης σε θέματα ασφαλείας, επιζητώντας την λήξη της πολεμικής σύγκρουσης στην Ουκρανία, επιδιώκοντας ένα περιεχόμενο στρατηγικής σταθερότητας μέσα από την αναβάθμιση των σχέσεων με το Κρεμλίνο. Με την πίεση για αυτό να ασκείται όχι στον θύτη, τον Ρωσικό επιθετικό αναθεωρητισμό, αλλά στο θύμα, την Ουκρανία, ασκώντας υπέρμετρη πίεση για να γίνει αποδεκτή μια αμερικανορωσική πρόταση ειρηνευτικής διαδικασίας.
Όλα αυτά, επηρεάζουν και την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, της Βορείου Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, με τις πληρεξούσιες δυνάμεις που επηρεάζονται από το θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης, αλλά και τον ρόλο της Τουρκίας, που προσφέρουν υποστήριξη στα ριζοσπαστικά, ισλαμιστικά, τρομοκρατικά δίκτυα της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, λειτουργώντας έτσι υπονομευτικά στην κατεύθυνση της σταθερότητας και της συνολικής ασφάλειας στην περιοχή.
Όσο επιτείνονται αυτές οι λογικές, η ΕΕ πρέπει να ξεπεράσει την ατολμία και την διστακτικότητα που την διακρίνει, για να αντιπαρέλθει την αντιευρωπαϊκή ατζέντα, που επηρεάζει ακόμα και το ευρωατλαντικό πεδίο. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι κίνδυνοι που αναπτύσσονται, απαιτούν από την Ευρώπη ενδεδειγμένη αποφασιστικότητα, επανατοποθέτηση του ενοποιητικού εγχειρήματος με πιο σταθερά βήματα στην ενίσχυση του υπερεθνικού, δημοκρατικού στοιχείου.