Στην παρούσα ιστορική συγκυρία, η ανθρωπότητα δεν βιώνει απλώς μια μεταβατική περίοδο, αλλά μια βίαιη αναδιάταξη των οντολογικών της θεμελίων. Η ψευδαίσθηση της «μετα-ιστορικής» γαλήνης, που καλλιεργήθηκε με επιμέλεια μετά το 1991, έχει πλέον καταρρεύσει κάτω από το βάρος ενός αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου, όπου η ισχύς επιστρέφει ως ο μοναδικός έγκυρος ρυθμιστής των διεθνών σχέσεων. Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η Ευρώπη –και κατ’ επέκταση η Ελλάδα– βρίσκεται αντιμέτωπη με μια υπαρξιακή πρόκληση: να μετεξελιχθεί σε αυτεξούσιο γεωπολιτικό πόλο ή να αποδεχθεί τη μοίρα ενός στρατηγικού εξαρτήματος των μεγάλων δυνάμεων.
Η μετατόπιση του παγκόσμιου κέντρου βάρους προς την Ανατολή δεν είναι πλέον μια θεωρητική πρόβλεψη, αλλά μια απτή πραγματικότητα που αναδιαμορφώνει τις εφοδιαστικές αλυσίδες, την ενεργειακή ασφάλεια και τις στρατιωτικές ισορροπίες. Η Κίνα, μέσω της πρωτοβουλίας «Belt and Road», μετασχηματίζει την Ευρασία, ενώ η Ρωσία, μέσω μιας διαρκούς στρατιωτικοποιημένης πίεσης, αμφισβητεί εμπράκτως την αρχιτεκτονική ασφαλείας της Γηραιάς Ηπείρου. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτέλεσε το σημείο καμπής που τερμάτισε την πεποίθηση ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση θα απέτρεπε μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις στην Ευρώπη. Η ισχύς επέστρεψε βίαια ως ο κύριος ρυθμιστής των διεθνών σχέσεων, αντικαθιστώντας την άνεση της σταθερότητας με την ανάγκη για ασφάλεια.
Παράλληλα με το μέτωπο της Ουκρανίας, η κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στο Ιράν έχουν επιταχύνει τη γεωπολιτική αποσταθεροποίηση.
Επακόλουθα αυτών των τεκτονικών γεωπολιτικών μεταβολών είναι και: (α) η υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης μπροστά στον προστατευτισμό και τη δημιουργία νέων, συχνά ανταγωνιστικών, εμπορικών δικτύων. (β) Η ενεργειακή ανασφάλεια και οι επακόλουθες πληθωριστικές πιέσεις, αναγκάζουν την Ευρώπη να αναζητήσει εναλλακτικές πηγές και δρόμους εφοδιασμού και (γ) η αύξηση των αμυντικών δαπανών και η αναζήτηση στρατηγικής αυτονομίας, καθώς η «ισχύς» προκρίνεται πλέον έναντι της «ευημερίας».
Μέσα σε αυτό το τρίγωνο ισχύος –Ουάσιγκτον, Πεκίνο, Μόσχα– η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται δομικά αδύναμη, εγκλωβισμένη σε μια κατακερματισμένη διαδικασία λήψης αποφάσεων και σε μια αμήχανη εξάρτηση από την αμερικανική ομπρέλα προστασίας, η οποία ωστόσο καθίσταται όλο και πιο απρόβλεπτη.
Σε αυτό το κάδρο, η γεωπολιτική θέση της Ελλάδας αποκτά μια σχεδόν μεταφυσική κρισιμότητα. Η χώρα μας δεν αποτελεί απλώς το νοτιοανατολικό σύνορο της Ευρώπης, αλλά τον κρίσιμο γεωγραφικό αρμό μεταξύ τριών ηπείρων και μιας φλεγόμενης Μέσης Ανατολής. Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία και η συνεχιζόμενη αστάθεια από τη Λιβύη έως τον Λίβανο και το Ιράν καθιστούν την Ελλάδα έναν «φάρο εμπιστοσύνης» και έναν «αναπόδραστο» συνομιλητή σε μια περιοχή όπου η τάξη έχει δώσει τη θέση της στο χάος. Η στρατηγική σύμπλευση με τη Γαλλία και η ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας το 2026 αποτελούν βήματα προς την κατεύθυνση της «στρατηγικής αυτονομίας», επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως η εμπροσθοφυλακή των ευρωπαϊκών συμφερόντων.
Ωστόσο, η εξωτερική αυτή αναβάθμιση προσκρούει με τρόπο οδυνηρό σε μια εσωτερική παθογένεια: την αδυναμία του εγχώριου πολιτικού συστήματος, και κυρίως της αντιπολίτευσης, να συνθέσει ένα συνεκτικό εθνικό όραμα που να υπερβαίνει τον βραχυπρόθεσμο κομματικό ανταγωνισμό. Παρατηρούμε με ανησυχία ότι η αντιπολίτευση στην Ελλάδα εμφανίζεται συχνά ως ένας «μεταλλαγμένος» πολιτικός οργανισμός, ο οποίος είτε έλκει αναφορές σε ξένους διαλυτικούς παράγοντες, όπως η Ρωσία, είτε βυθίζεται σε μια στείρα άρνηση χωρίς εναλλακτική πρόταση.
Η ρωσοφιλία που διαπνέει τμήματα της ελληνικής αριστεράς αλλά και της εθνικιστικής δεξιάς δεν αποτελεί προϊόν στρατηγικής ανάλυσης, αλλά κατάλοιπο μιας ιδεολογικής φθοράς και μιας «πολιτικής της δυσαρέσκειας» . Η Μόσχα, λειτουργώντας ως ένας αναθεωρητικός παίκτης, επιχειρεί να εργαλειοποιήσει τους κοινούς θρησκευτικούς και ιστορικούς δεσμούς για να υπονομεύσει τη δυτική συνοχή, και μέρος του πολιτικού μας προσωπικού φαίνεται να ενδίδει σε αυτή τη σειρήνα, αδυνατώντας να αντιληφθεί ότι το ρωσικό μοντέλο προσφέρει μια εναλλακτική αυταρχισμού και όχι ευημερίας.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Η αιτία βρίσκεται βαθύτερα, στην ίδια την ποιότητα του κοινωνικού μας σώματος και στην πνευματική ένδεια της πολιτικής μας τάξης. Η αντιπολίτευση, εγκλωβισμένη σε παλαιοκομματικές αντιλήψεις και σε έναν ρηχό λαϊκισμό, αδυνατεί να παρακολουθήσει την πολυπλοκότητα των διεθνών εξελίξεων. Η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού και θεσμικής μνήμης καθιστά την εξωτερική πολιτική έρμαιο των εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων. Όταν η διεθνής πραγματικότητα απαιτεί υπέρβαση και σύνθεση, η εγχώρια πολιτική σκηνή αναλώνεται σε τοξικούς διαλόγους και σε μια «οντολογική αγωνία» για την επιβίωση των κομματικών μηχανισμών, παρά για τη θέση της χώρας στον παγκόσμιο γεωπολιτικό, αναδιαμορφούμενο, χάρτη.
Η Ελλάδα, παρά το μικρό της μέγεθος, διαθέτει το ηθικό και γεωστρατηγικό κεφάλαιο να λειτουργήσει ως υποκείμενο της ιστορίας. Η χώρα μας μπορεί να πρωτοστατήσει στη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης, αξιοποιώντας τη θέση της ως ενεργειακός κόμβος και ως πυλώνας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό όμως απαιτεί ένα «εθνικό άλμα» πέρα από την εσωστρέφεια.
Η επιλογή για την Ελλάδα είναι δυαδική, όπως και για την Ευρώπη: ή θα επιλέξουμε την ισχύ έναντι της άνεσης, τη στρατηγική έναντι του εφησυχασμού και την ενότητα έναντι της αποσύνθεσης, ή θα παραμείνουμε παρατηρητές της δικής μας παρακμής. Η αντιπολίτευση οφείλει (δύσκολο γεγονός με τους σημερινούς συσχετισμούς) να απεγκλωβιστεί από τα ιδεολογικά αγκυλώματα του παρελθόντος και να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός εθνικού οράματος που θα θέτει την Ελλάδα στην καρδιά των ευρωπαϊκών εξελίξεων, όχι ως «επαίτη» προστασίας, αλλά ως ισότιμο και απαραίτητο εταίρο.
Σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες καταλύονται και οι παλαιοί σύμμαχοι επαναπροσδιορίζουν τις προτεραιότητές τους, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της διχόνοιας. Η «στρατηγική ρευστότητα» της εποχής μας δεν συγχωρεί την αμηχανία και την αδυναμία. Είναι η ώρα η πολιτική μας τάξη να αναλογιστεί αν θα συνεχίσει να άγεται και να φέρεται από τις διαθέσεις ξένων παραγόντων ή αν θα τολμήσει να οικοδομήσει μια χώρα ικανή να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της με αυτοπεποίθηση και όραμα. Σύσσωμη η αντιπολίτευση παρουσιάζει δομικές αδυναμίες να το κάνει. Τα βήματα που έχουν γίνει μέχρι σήμερα χαρακτηρίζονται θετικά αλλά είναι απόρροια περισσότερο ενστικτώδους αντίδρασης παρά ενός συγκροτημένου εθνικού οράματος που να ισομερίζεται ανάμεσα στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Εξ ου και όλες αυτές οι αντιφάσεις ανάμεσα στην εικόνα της χώρας στο εξωτερικό και της εσωτερικής κατάστασης που επιδεικνύει ανεπάρκεια και φθορά.
H ιστορία επέστρεψε με ορμή, και η Ελλάδα πρέπει να είναι έτοιμη να την αντιμετωπίσει όρθια με σταθερή κυβέρνηση με όραμα εθνικό και ευρωπαϊκό.