Δημοσιογραφική επιμέλεια Αδάμας Γεροσίδερης

Τα πρόσφατα περιστατικά χανταϊού που συνδέθηκαν με ταξίδι κρουαζιερόπλοιου προκάλεσαν ανησυχία, κυρίως επειδή ο ιός είναι σπάνιος αλλά δυνητικά επικίνδυνος. Οι ειδικοί τονίζουν ότι η μετάδοση γίνεται κυρίως μέσω επαφής με μολυσμένα τρωκτικά ή με χώρους όπου υπάρχουν ούρα, κόπρανα ή σάλιο ποντικών και αρουραίων και όχι, κατά κανόνα, με τον τρόπο που μεταδίδονται οι συνηθισμένες αναπνευστικές ιώσεις.

Advertisement
Advertisement

Ο χανταϊός δεν είναι ένας «νέος» ιός. Πρόκειται για ομάδα ιών που έχουν ως φυσικούς ξενιστές τα τρωκτικά και μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να περάσουν στον άνθρωπο. Η ανθρώπινη λοίμωξη προκαλείται κυρίως όταν κάποιος εισπνεύσει σωματίδια σκόνης που έχουν μολυνθεί από ούρα, κόπρανα ή σάλιο μολυσμένων τρωκτικών, ή όταν αγγίξει μολυσμένες επιφάνειες. Σπανιότερα, μπορεί να υπάρξει μετάδοση ύστερα από δάγκωμα.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η νόσος είναι σπάνια, αλλά μπορεί να είναι σοβαρή και σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα. Η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο θεωρείται ασυνήθιστη· έχει αναφερθεί κυρίως σε προηγούμενες εξάρσεις που αφορούσαν τον ιό Andes, ένα συγκεκριμένο είδος χανταϊού.

Στην Ευρώπη, οι χανταϊοί συνδέονται κυρίως με αιμορραγικό πυρετό με νεφρικό σύνδρομο, ενώ στην Αμερική μπορεί να προκαλέσουν το λεγόμενο πνευμονικό σύνδρομο από χανταϊό, μια σοβαρή μορφή νόσου που επηρεάζει τους πνεύμονες. Το ECDC αναφέρει ότι στην Ευρώπη η πρόληψη βασίζεται κυρίως στον έλεγχο των τρωκτικών, στην αποφυγή επαφής με τα εκκρίματά τους και στον σωστό καθαρισμό μολυσμένων χώρων.

Τα πρώτα συμπτώματα μπορεί να θυμίζουν γρίπη: πυρετός, μυαλγίες, πονοκέφαλος, κόπωση, ναυτία ή πόνος στην κοιλιά. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις, η εικόνα μπορεί να επιδεινωθεί με βήχα, δύσπνοια και αναπνευστική δυσχέρεια, ενώ σε άλλες μορφές της νόσου μπορεί να επηρεαστεί η νεφρική λειτουργία.

Η καθηγήτρια Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ, Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει αντιβιοτικό ή εμβόλιο για τη νόσο, καθώς πρόκειται για ιογενή λοίμωξη. Η αντιμετώπιση είναι κυρίως υποστηρικτική και η έγκαιρη ιατρική αξιολόγηση έχει σημασία, ειδικά όταν υπάρχει ιστορικό έκθεσης σε χώρους με τρωκτικά.

Από την πλευρά του, ο καθηγητής Πνευμονολογίας – Εντατικής Θεραπείας Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, εξήγησε ότι ο ιός μεταδίδεται κυρίως από τα ποντίκια στον άνθρωπο, μέσω της εισπνοής μολυσμένων αερολυμάτων από περιττώματα, ούρα ή σάλιο τρωκτικών. Όπως σημείωσε, τα συμπτώματα αρχικά μπορεί να μοιάζουν με κοινή ίωση, αλλά σε ορισμένους ασθενείς η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή αναπνευστική ή νεφρική επιπλοκή.

Advertisement

Οι χώροι που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή είναι αποθήκες, υπόγεια, εξοχικά σπίτια που έχουν μείνει κλειστά για καιρό, αγροτικές εγκαταστάσεις, στάβλοι, γκαράζ και γενικά σημεία όπου μπορεί να υπάρχουν φωλιές ή ίχνη τρωκτικών. Ο κίνδυνος αυξάνεται όταν κάποιος σκουπίζει ή τινάζει ξερά περιττώματα, επειδή έτσι μπορεί να σηκωθεί μολυσμένη σκόνη στον αέρα.

Η βασική οδηγία είναι απλή: δεν σκουπίζουμε «στεγνά» χώρους με πιθανά ίχνη τρωκτικών. Πρώτα αερίζουμε καλά τον χώρο, φοράμε γάντια, ψεκάζουμε τα σημεία με απολυμαντικό ή διάλυμα χλωρίνης, αφήνουμε να δράσει και στη συνέχεια καθαρίζουμε με υγρά μέσα. Η απομάκρυνση τροφών που προσελκύουν τρωκτικά, το κλείσιμο ανοιγμάτων και ο συστηματικός έλεγχος των χώρων παραμένουν τα πιο αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης.

Οι ειδικοί συνιστούν άμεση επικοινωνία με γιατρό όταν κάποιος έχει εκτεθεί σε χώρο με τρωκτικά και εμφανίσει πυρετό, έντονους μυϊκούς πόνους, δύσπνοια ή συμπτώματα που επιδεινώνονται γρήγορα. Η έγκαιρη διάγνωση δεν σημαίνει ότι υπάρχει ειδικό φάρμακο που «σκοτώνει» τον ιό, αλλά μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την παρακολούθηση και την υποστηρικτική θεραπεία.

Advertisement

Το συμπέρασμα, πάντως, δεν είναι πανικός. Ο χανταϊός παραμένει σπάνιος. Η ουσία βρίσκεται στην πρόληψη: αποφυγή επαφής με τρωκτικά, προσεκτικός καθαρισμός χώρων όπου μπορεί να υπάρχουν εκκρίματα και αναζήτηση ιατρικής βοήθειας όταν τα συμπτώματα εμφανίζονται μετά από πιθανή έκθεση.