Παρατηρώντας το τελευταίο διάστημα το σύνολο των εκβιαστικών διλημμάτων που τίθενται από την Διοίκηση Τράμπ ως προς το μέλλον της Γροιλανδίας, αναμφίβολα αυτή η εστία τριβών μεταβάλλει την καθολική μεταπολεμική προσπάθεια και αντίληψη, την συνθήκη της ευρωατλαντικής συνεργασίας για την άμυνα και την ασφάλεια της Ευρώπης και φυσικά τον ρόλο της Αμερικής. Και προβάλλει μετ’ επιτάσεως την αναγκαιότητα η ΕΕ να οικοδομήσει με γοργά βήματα τις δικές της δομές ασφάλειας και άμυνας, όταν έχει να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα του ρωσικού καθεστώτος, με την πολεμική σύγκρουση στην Ουκρανία να μαίνεται. Πώς μπορεί λοιπόν η ΕΕ να απαντήσει στον «εκβιασμό» των ΗΠΑ για τη Γροιλανδία;
Όσα διαμορφώνονται εδώ και ημέρες, απαιτούν από τους ηγέτες της Ευρώπης να προσδιορίσουν τις βασικές τους επιλογές για να μπορέσουν να εκφράσουν την ενιαία απάντηση τους απέναντι σε όσα γίνονται στην Γροιλανδία και στις απειλητικές οικονομικές και δασμολογικές αιτιάσεις Τράμπ. Και αυτούς τους προσδιορισμούς οφείλει η ΕΕ να τους ενθαρρύνει, οικοδομώντας με πιο ουσιαστικό τρόπο τα στάδια της ολοκλήρωσης της ως πολιτική ένωση, προβάλλοντας την αναγκαιότητα της δικής της χειραφέτησης στον αμυντικό τομέα, στην ασφάλεια. Και αυτή η ευρωπαϊκή απάντηση πρέπει να γίνει με σχέδιο μεθοδικότητας και αποτελεσματικότητας, από μια Ευρώπη που πλέον σηκώνει την ευθύνη υπεράσπισης και υποστήριξης της βαλλόμενης από το καθεστώς Πούτιν Ουκρανίας.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν σημαντικές επιλογές για να έχουν ανταποκριθούν απέναντι στις επιθετικές αιτιάσεις στις οικονομικές απειλές της κυβέρνησης Τράμπ. Και αυτές πρέπει να γίνουν με συγκροτημένη στάση, χωρίς αστερίσκους, από μια Ευρώπη που εμφανίζει σημεία διαιρέσεων και διχασμού από αντισυστημικούς δρώντες, όπως την Ουγγαρία. Εάν δεν το κάνουν σωστά, ο Τράμπ μπορεί να ενθαρρυνθεί περαιτέρω.
Οι επιλογές που υπάρχουν για την Ευρώπη, εμπεριέχουν και το εμπορικό δεδομένο, με δραστικά μέτρα για να αντιταχθεί απέναντι στις φιλόδοξες προθέσεις και απαιτήσεις της Διοίκησης Τράμπ για την Γροιλανδία. Από την στιγμή που με γρήγορες αποφάσεις ο Πρόεδρος Τράμπ έλαβε την απόφαση ως προς την επιβολή δασμών 10% στις οκτώ ευρωπαϊκές χώρες που δήλωσαν την κάθετη αντίθεση τους στην προσάρτηση της Γροιλανδίας, φαίνεται ότι και η ΕΕ βρίσκεται στην κατεύθυνση να εξετάζει με ποια μέτρα θα απαντήσει. Πολιτικοί και οικονομικοί αναλυτές αναφέρονται σε τρείς επιλογές μέτρων, μια πιο δραστική δέσμη μέτρων που θα προσεγγίζει ακόμα και περιοριστική πολιτική ως προς την προσβασιμότητα των κοινοτικών αγορών από αμερικανικές εταιρείες, την εφαρμογή δασμολογικών αντίμετρων έως και του μέτρου της αναστολής της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ.
Στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής της 22ας Ιανουαρίου, θα διαφανεί κατά πόσον υπάρχει ένας ευρωπαϊκός συντονισμός απέναντι στην απειλητική αντίληψη που εκδηλώνεται από τον Τράμπ και ποιες μπορούν να είναι οι επιλογές που θα προκύψουν ως ευρωπαϊκή απάντηση. Μπορεί να ακούγονται φωνές περί μη εκβιασμού της Ευρώπης ή περί αποφυγής εμπορικής διαμάχης με την Αμερική.
Οι αποφάσεις από την Δανία, την Νορβηγία, την Σουηδία, την Γαλλία, την Γερμανία, την Ολλανδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Φινλανδία, μετά την ανακοίνωση επιβολής δασμών από τον Τράμπ, καθορίζουν την έννοια της αλληλεγγύης προς την Γροιλανδία και τους κατοίκους της, ως διοικητική περιφέρεια της Δανίας. Αλληλεγγύη στα πλαίσια της οποίας οι Βρυξέλλες εξετάζουν ακόμα και την ενεργοποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας από το 2023, δίνοντας την δυνατότητα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιβάλλει σκληρούς δασμούς, φθάνοντας ακόμα και στο σημείο της επιβολής περιορισμών πρόσβασης στην κοινοτική αγορά αλλά και τον αποκλεισμό ξένων επενδύσεων.
Και φυσικά υπάρχουν διαφορετικές ενδοκοινοτικές προσεγγίσεις, ο Πρόεδρος Μακρόν κινείται πιο προωθημένα σε αυτή την κατεύθυνση, ενώ η Ιταλίδα Πρωθυπουργός Μελόνι έχει μια πιο διστακτική αντίληψη. Αυτό το μέσο κατά του εξαναγκασμού, που έχει τεθεί σε ισχύ στην ΕΕ από τις 27.12.2023 και βασική του στόχευση είναι να παρέχει προστασία στα κράτη-μέλη από πολιτικές οικονομικού εξαναγκασμού από τρίτες χώρες, εφοδιάζοντας την ακόμα και με αντίμετρα.
Η ευρωπαϊκή απάντηση και αντίδραση απέναντι στις απειλές Τράμπ είναι κάτι που σταθμίζεται, με τους σχεδιασμούς Τράμπ για την Γροιλανδία, να αποτελούν ξεκάθαρη απειλή για την εδαφική ακεραιότητα κράτους-μέλους της ΕΕ. Η Σύνοδος Κορυφής θα κρίνει κατά πόσον θα οδηγήσει σε μια συμφωνία επιβολής δασμών σε αμερικανικά προϊόντα, αξίας 93 δις ευρώ, μια δέσμη ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στους αμερικανικούς δασμούς, ασκώντας πιέσεις στην αμερικανική οικονομία. Και φυσικά όπως συμβαίνει σε κάθε εμπορική πολεμική κατάσταση, η επιβολή δασμών δεν μπορεί να μην επηρεάσει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους, το εξαγωγικό πεδίο, ενώ όλη αυτή η αντιπαράθεση θα παίξει τον ρόλο της και στο αποτέλεσμα των ενδιάμεσων αμερικανικών εκλογών.
Και πάνω σε όλες αυτές τις επιλογές, μπορεί να προστεθεί ένα ακόμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποχρεωθεί να εφαρμόσει το πολιτικό αίτημα των κυρίαρχων πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με το θεσμικό κοινοβουλευτικό υπερεθνικό όργανο να επιζητεί την άμεση απόρριψη της εμπορικής συμφωνίας του καλοκαιριού του 2025 με τις ΗΠΑ. Η κοινοτική απάντηση όμως, δεν μπορεί να είναι διαφορετική από το να διασφαλίζει και να προωθεί τα κοινοτικά πρότυπα, θέτοντας υπό υψηλή προστασία τους Ευρωπαίους πολίτες, την εμπορική διάσταση, τις πολιτικές διακυβέρνησης που χαράσσει και την κάνουν να διαφέρει στο παγκόσμιο σύστημα.
*Το άρθρο γράφτηκε πριν την αιφνίδια απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει τις απειλές για τους δασμούς.