Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς δεν είναι απλώς ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες γλύπτες. Είναι ίσως η πιο τραγική και ταυτόχρονα συναρπαστική μορφή της νεοελληνικής τέχνης. Ένας άνθρωπος που γνώρισε πολύ νέος την επιτυχία, βυθίστηκε για χρόνια στην απομόνωση και επέστρεψε μεγάλος σε ηλικία για να δημιουργήσει ξανά, με μια τέχνη πλέον εντελώς προσωπική και απελευθερωμένη.

Γεννήθηκε στις 24 Αυγούστου 1851 στον Πύργο της Τήνου, έναν τόπο όπου το μάρμαρο αποτελούσε σχεδόν τρόπο ζωής. Ο πατέρας του, Ιωάννης Χαλεπάς, διέθετε σημαντική επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής, με δραστηριότητα που έφθανε από την Τήνο και τον Πειραιά μέχρι τη Ρουμανία και τα παράλια της Μικράς Ασίας. (Εθνική Πινακοθήκη)

Advertisement
Advertisement

Από την Τήνο στην Αθήνα και το Μόναχο

Παρά την επιθυμία του πατέρα του να ακολουθήσει εμπορική σταδιοδρομία, ο Γιαννούλης κέρδισε τελικά τη μάχη της τέχνης. Το 1869 γράφτηκε στο Σχολείον των Τεχνών στην Αθήνα και σπούδασε γλυπτική κοντά στον μεγάλο εκπρόσωπο του κλασικισμού Λεωνίδα Δρόση.

Το ταλέντο του ήταν τέτοιο ώστε συνέχισε με υποτροφία του Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου, όπου μαθήτευσε κοντά στον Max von Widnmann. (Εθνική Πινακοθήκη)

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα άνοιξε εργαστήριο στην Αθήνα και μέσα σε ελάχιστα χρόνια δημιούργησε έργα που θα αρκούσαν από μόνα τους για να του εξασφαλίσουν μια θέση στην ιστορία.

Το μάρμαρο ήταν μέσα στο αίμα του

Ο Χαλεπάς γεννήθηκε στην καρδιά της μεγάλης τηνιακής παράδοσης του μαρμάρου. Η περιοχή του Πύργου και του Πανόρμου, μαζί με τα Υστέρνια και τα γύρω χωριά, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα μαρμαροτεχνίας της Ελλάδας και ανέδειξε ολόκληρες οικογένειες γλυπτών και τεχνιτών.

Advertisement

Χρειάζεται, πάντως, μια διευκρίνιση: οι αξιόπιστες πηγές που καταγράφουν αναλυτικά το έργο του Χαλεπά δεν τεκμηριώνουν ότι όλα τα μάρμαρα των έργων του προέρχονταν αποκλειστικά από συγκεκριμένο λατομείο της Τήνου. Η σχέση του όμως με το τηνιακό μάρμαρο και, κυρίως, με την τεχνική παράδοση των μαρμαράδων του νησιού ήταν οργανική. Μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στο οικογενειακό εργαστήριο και έμαθε από παιδί να αντιμετωπίζει την πέτρα ως υλικό δημιουργίας. (Εθνική Πινακοθήκη)

Και αυτό φαίνεται στα πρώτα έργα του: μπορούσε να μεταμορφώσει τη σκληρότητα του μαρμάρου σε δέρμα, ύφασμα, μαλλιά, πτυχώσεις και ανθρώπινη έκφραση.

Η «Κοιμωμένη» που έγινε σύμβολο

Advertisement

Το έργο που ταυτίστηκε περισσότερο από κάθε άλλο με το όνομά του είναι ασφαλώς η περίφημη «Κοιμωμένη», το ταφικό γλυπτό της νεαρής Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Η νεαρή γυναίκα παρουσιάζεται ξαπλωμένη σαν να κοιμάται. Το σώμα, το πρόσωπο, τα σεντόνια και οι πτυχώσεις έχουν τέτοια φυσικότητα ώστε το ψυχρό μάρμαρο μοιάζει να χάνει το βάρος και τη σκληρότητά του.

Η «Κοιμωμένη» θεωρείται ένα από τα εμβληματικότερα έργα ολόκληρης της νεοελληνικής γλυπτικής. (Εθνική Πινακοθήκη)

Advertisement

Τα μεγάλα έργα

Στην πρώτη δημιουργική περίοδο του Χαλεπά ξεχωρίζουν επίσης ο «Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα», το «Κεφάλι Σατύρου», η «Φιλοστοργία» και το «Παραμύθι της Πεντάμορφης».

Αργότερα θα επιστρέψει ξανά και ξανά σε θέματα που τον στοίχειωναν: τον Σάτυρο, τον Έρωτα, την Αφροδίτη, τον Οιδίποδα, αλλά κυρίως τη Μήδεια. Στη δεύτερη περίοδο συναντούμε έργα όπως η «Μήδεια φονεύουσα τα τέκνα της», ο «Έρως καταβάλλων γίγαντα», ο «Θεριστής», διάφορες μορφές Σατύρων, Αφροδίτες και πολυάριθμα σχέδια. (Εθνική Πινακοθήκη)

Advertisement

Η Μήδεια απέκτησε ιδιαίτερη θέση στον προσωπικό του μύθο, καθώς πολλοί μελετητές συνέδεσαν το θέμα της καταστροφικής μητρικής μορφής με τη δύσκολη σχέση του Χαλεπά με τη δική του μητέρα. Η σύνδεση αυτή, όμως, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ερμηνεία της ζωής και του έργου του και όχι ως αποδεδειγμένη εξήγηση.

Advertisement

Η κατάρρευση και το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας

Και τότε, την ώρα που όλα έδειχναν ότι ο νεαρός Τηνιακός θα κατακτούσε την ευρωπαϊκή γλυπτική, η ζωή του άλλαξε δραματικά.

Από το 1878 άρχισαν να εμφανίζονται σοβαρά προβλήματα στην ψυχική του κατάσταση. Το 1888 οδηγήθηκε στο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας, όπου παρέμεινε έως το 1902. (Εθνική Πινακοθήκη)

Advertisement

Ήταν δεκατέσσερα χρόνια σχεδόν ολοκληρωτικής απομάκρυνσης από τη δημιουργία.

Όταν επέστρεψε στην Τήνο, δεν αντιμετωπιζόταν ως ο μεγάλος γλύπτης που είχε δημιουργήσει την «Κοιμωμένη». Ζούσε απομονωμένος, έκανε αγροτικές εργασίες και βόσκησε ακόμη και πρόβατα. Για χρόνια η γλυπτική έμοιαζε να έχει χαθεί από τη ζωή του.

Δεν είχε χαθεί.

Η δεύτερη ζωή του Χαλεπά

Μετά τον θάνατο της μητέρας του άρχισε σταδιακά να δημιουργεί ξανά. Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο θαύμα της ιστορίας του.

Ο Χαλεπάς δεν επέστρεψε απλώς στην παλιά τέχνη του. Ξεκίνησε σχεδόν μια δεύτερη καλλιτεχνική ζωή.

Τα μεταγενέστερα έργα του απομακρύνονται από την ακαδημαϊκή τελειότητα της «Κοιμωμένης». Οι μορφές γίνονται πιο ελεύθερες, πιο τραχιές, πιο λιτές. Δεν τον ενδιαφέρει πλέον τόσο η άψογη επιφάνεια όσο η εσωτερική δύναμη της μορφής.

Γι’ αυτό και η Εθνική Πινακοθήκη διακρίνει ουσιαστικά τρεις φάσεις: την πρώτη περίοδο έως το 1878, την περίοδο της Τήνου από το 1918 έως το 1930 και την τελευταία αθηναϊκή περίοδο από το 1931 έως τον θάνατό του. (Εθνική Πινακοθήκη)

Το 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου πλέον γνώρισε την αναγνώριση που για δεκαετίες του είχε στερηθεί.

Ο θάνατος και η μεγάλη κληρονομιά

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς πέθανε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 1938, σε ηλικία 87 ετών.

Σήμερα η Εθνική Πινακοθήκη διαθέτει σημαντικό πυρήνα του έργου του, με 22 γλυπτά, 27 σχέδια, καθώς και κατάστιχα και μπλοκ με δεκάδες ακόμη σχέδια. (Εθνική Πινακοθήκη) Το πατρικό του σπίτι στον Πύργο της Τήνου έχει μετατραπεί σε μουσείο, κρατώντας ζωντανή τη σχέση του δημιουργού με τον τόπο που γέννησε τόσο τον ίδιο όσο και τη μαρμαρογλυπτική του παράδοση.

Ο Χαλεπάς άφησε πίσω του κάτι πολύ μεγαλύτερο από την «Κοιμωμένη». Απέδειξε ότι η τέχνη μπορεί να επιβιώσει ακόμη και ύστερα από δεκαετίες σιωπής.

Και ίσως εκεί βρίσκεται το πραγματικό μεγαλείο του: ένας άνθρωπος που λύγισε, χάθηκε για χρόνια, αλλά ξαναβρήκε τη σμίλη του και κατάφερε για δεύτερη φορά να δώσει ζωή στο μάρμαρο.