«Την 1η Οκτωβρίου, ο κόσμος μαθαίνει το όνομα Τζακ ο Αντεροβγάλτης […] Ένας φόνος αποτελούσε πάντα εγγύηση για πρωτοσέλιδο. Αλλά τι συνέβη όταν η αλήθεια δεν ήταν αρκετή;».

Παραμένει ένα από τα πιο διάσημα ανεξιχνίαστα εγκλήματα στην ιστορία της βρετανικής, αν όχι της παγκόσμιας εγκληματολογίας. Στην πραγματικότητα ωστόσο, ελάχιστα γνωρίζουμε για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, τον κατά συρροή δολοφόνο, στον οποίο αποδίδονται οι φόνοι πέντε γυναικών που έγιναν στην περιοχή Γουάιτσαπελ του Λονδίνου, μεταξύ Αυγούστου και Νοεμβρίου 1888.

Advertisement
Advertisement

Οι αρχές εντόπισαν τα θύματα σε αποτρόπαιη κατάσταση. Ο δράστης έκοβε τον λαιμό τους και προχωρούσε σε ακρωτηριασμούς που υποδήλωναν κάποια γνώση ανατομίας. Σε ένα περιστατικό, μισό νεφρό -που πιθανότατα αφαιρέθηκε από θύμα- στάλθηκε ταχυδρομικώς στην αστυνομία.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1888, οι αρχές έλαβαν μια επιστολή που φέρεται να είχε γραφτεί από τον δολοφόνο, η οποία δημοσιεύτηκε εκτενώς στον Τύπο της εποχής. Η υπόθεση κυριάρχησε στα πρωτοσέλιδα, με εφημερίδες όπως το Illustrated Police News να παρουσιάζουν σκίτσα υπόπτων και δραματοποιημένες απεικονίσεις από τις σκηνές των εγκλημάτων.

Αν και δώδεκα δολοφονίες οι οποίες έγιναν μεταξύ 1888 και 1892 αποδόθηκαν κατά καιρούς στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, η αστυνομία συνέδεσε με βεβαιότητα μόνο πέντε από αυτές -όλες το 1888- με έναν και μοναδικό δράστη.

Τα λεγόμενα «πέντε κανονικά» θύματα ήταν η Μέρι Αν Νίκολς, η Άνι Τσάπμαν, η Ελίζαμπεθ Στράιντ, η Κάθριν «Κέιτ» Έντοους και η Μέρι Τζέιν Κέλι. Η διαδεδομένη αντίληψη ότι οι γυναίκες αυτές ήταν εκδιδόμενες ανατράπηκε κυρίως από την Χάλι Ρούμπενχολντ στο βιβλίο της «The Five: The Untold Lives of the Women Killed by Jack the Ripper» (2019), καθώς κατά την ιστορικό, η ταύτιση του Αντεροβγάλτη με έναν δολοφόνο εκδιδόμενων γυναικών αποτελεί προϊόν των μισογυνικών και ταξικών προκαταλήψεων της βικτοριανής κοινωνίας.

Οι αρχές έλαβαν επίσης σειρά εμπρηστικών επιστολών από κάποιον που υπέγραφε ως «Jack the Ripper» και ισχυριζόταν ότι ήταν ο δολοφόνος. Παρά τις εντατικές και κατά καιρούς ανορθόδοξες προσπάθειες εντοπισμού του, ο δράστης δεν βρέθηκε ποτέ. Η αποτυχία σύλληψής του προκάλεσε κοινωνική κατακραυγή, που οδήγησε τελικά στην παραίτηση του υπουργού Εσωτερικών και του αρχηγού της αστυνομίας του Λονδίνου.

Οι δημοσιογράφοι που παραποίησαν τα γεγονότα και η γέννηση της ταμπλόιντ δημοσιογραφίας

Advertisement

Μία νέα, βρετανική σειρά ντοκιμαντέρ, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Jack the Ripper: Written in Blood», η οποία κάνει πρεμιέρα την 1η Δεκεμβρίου, στο Viasat History (νέο επεισόδιο κάθε Δευτέρα στις 22:00), επιχειρεί μία διαφορετική προσέγγιση: Αναδεικνύει μεν τις ιστορίες των πέντε θυμάτων αλλά εξετάζει και τον ρόλο των αδίστακτων δημοσιογράφων που στο αδυσώπητο κυνήγι για την αποκλειστικότητα και με κίνητρο να πουλήσουν φύλλα, παραποίησαν την αφήγηση, πυροδότησαν την υστερία και παρεμπόδισαν το έργο της αστυνομίας.

Στα τρία, διάρκειας 60 λεπτών, επεισόδια της δραματοποιημένης σειράς, παρακολουθούμε μεταξύ άλλων, τον Τόμας Πάουερ Ο’ Κόνορ, εκδότη της απογευματινής εφημερίδας The Star (1888-1960).

Σύμφωνα με το history.uk, υπό την καθοδήγησή του, η δημοσιογραφική ομάδα του -μεταξύ των οποίων και ο Φρέντερικ Μπεστ– διείσδυσε στα μπαρ, τα σοκάκια και τα φτηνά καταλύματα της περιοχής, όπου οι πέντε γυναίκες βρήκαν τραγικό θάνατο. Με τακτικές όπως δωροδοκίες αστυνομικών, δημοσιοποίηση ονομάτων δήθεν υπόπτων και αποστολές πλαστών επιστολών, η Star συνέβαλε καθοριστικά στην κλιμάκωση της παράνοιας.

Advertisement

Ειδικά, ο Μπεστ θεωρείται ως ο πιθανός δημιουργός των πλαστών μηνυμάτων που παρουσιάστηκαν ως επιστολές του Τζακ του Αντεροβγάλτη. Τον Σεπτέμβριο του 1888, η διαβόητη επιστολή «Dear Boss» αποδόθηκε αρχικά στον κατά συρροή δολοφόνο. Το δισέλιδο γράμμα, γραμμένο με κόκκινο μελάνι, χλεύαζε τις προσπάθειες της αστυνομίας και υπαινισσόταν νέες δολοφονίες. Αφού εστάλη σε πρακτορείο ειδήσεων, διαβιβάστηκε στη Scotland Yard. Παρότι η αυθεντικότητά του αμφισβητήθηκε, ήταν το πρώτο έγγραφο που έφερε την υπογραφή «Jack the Ripper», χαρίζοντας στον άγνωστο δράστη το τρομακτικό ψευδώνυμο με το οποίο θα έμενε στην ιστορία.

Το 1931, ο δημοσιογράφος Φρεντ Μπεστ φέρεται να ομολόγησε ότι ο ίδιος και ένας συνάδελφός του από τη The  Star είχαν συντάξει την επιστολή, μαζί με άλλα πλαστά μηνύματα, προκειμένου να διατηρήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού και να αυξήσουν τις πωλήσεις της εφημερίδας.

Στο ντοκιμαντέρ παρουσιάζεται επίσης, τόσο ο ρόλος του σερ Τσαρλς Γουόρεν, ο οποίος την επίμαχη περίοδο ήταν Αρχηγός της Μητροπολιτικής Αστυνομίας -υπέβαλε παραίτηση λίγο πριν τη δολοφονία της πέμπτης και τελευταίας γυναίκας, της Μέρι Τζέιν Κέλι, στις 9 Νοεμβρίου 1888-, όσο και του Φρέντερικ Άμπερλαϊν επικεφαλής επιθεωρητή της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου, ο οποίος ηγήθηκε των επιτόπιων ερευνών καθ’ όλη τη διάρκεια του φθινοπώρου και του χειμώνα του 1888.

Advertisement

Στο ντοκιμαντέρ, που θέτει το ερώτημα, κατά πόσο η διαχείριση της υπόθεσης από τα μέσα ενημέρωσης συνέβαλε άμεσα στη συνεχιζόμενη δράση του δολοφόνου, καταθέτουν τις απόψεις τους δημοσιογράφοι του αστυνομικού ρεπορτάζ, πρώην ντετέκτιβ, μία πρώην σεξεργάτρια, ιστορικοί και ένας παθολόγος. 

Όπως εξηγεί στο ντοκιμαντέρ ο ιστορικός Δρ Μπομπ Νίκολσον, «Υπάρχουν βασικά δύο εκδοχές του Τζακ του Αντεροβγάλτη. Υπάρχει το πραγματικό πρόσωπο που διέπραξε αυτές τις δολοφονίες. Και υπάρχει ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης που όλοι γνωρίζουμε, ο οποίος δεν είναι ένα πλάσμα από σάρκα και οστά, αλλά από χαρτί και μελάνι».

Με πληροφορίες από history.co.uk, sky.com, Edge Hill University

Advertisement
Advertisement