«Φτάνει τώρα!», δήλωσε ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Γενς Φρέντερικ Νίλσεν την περασμένη νύκτα έπειτα από τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για το νησί της Δανίας όπου θέλει να αναρτήσει την αμερικανική σημαία.
«Οχι άλλη πίεση. Οχι άλλα υπονοούμενα. Οχι άλλες φαντασιώσεις προσάρτησης. Είμαστε ανοικτοί στον διάλογο. Είμαστε ανοικτοί στις συνομιλίες. Αλλά αυτό πρέπει να γίνει μέσω των κατάλληλων διαύλων και με σεβασμό του διεθνούς δικαίου», έγραψε στο Facebook ο επικεφαλής της κυβέρνησης της Γροιλανδίας.
Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρέντερικσεν, δήλωσε την Κυριακή ότι «δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε για την ανάγκη των Ηνωμένων Πολιτειών να καταλάβουν τη Γροιλανδία». «Οι ΗΠΑ δεν έχουν κανένα δικαίωμα να προσαρτήσουν καμία από τις τρεις χώρες του δανικού βασιλείου», δήλωσε η Φρέντερικσεν. «Καλώ λοιπόν τις Ηνωμένες Πολιτείες να σταματήσουν τις απειλές εναντίον ενός ιστορικά στενού συμμάχου και εναντίον μιας άλλης χώρας και ενός άλλου λαού που έχουν δηλώσει ξεκάθαρα ότι δεν είναι προς πώληση». Ο Τραμπ δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται τη Γροιλανδία «από την άποψη της εθνικής ασφάλειας και η Δανία δεν θα είναι σε θέση να την παρέχει».
Επόμενος σταθμός… Γροιλανδία
Στο πλαίσιο αυτό, μόνο τυχαία δεν ήταν η ανάρτηση της Κέιτι Μίλερ, συζύγου του αναπληρωτή προσωπάρχη της αμερικανικής προεδρίας, η οποία δημοσίευσε φωτογραφία της Γροιλανδίας χρωματισμένης με την αμερικανική σημαία. Η φωτογραφία συνοδευόταν από μια λεζάντα που έγραφε με κεφαλαία γράμματα: «ΣΥΝΤΟΜΑ».
SOON pic.twitter.com/XU6VmZxph3
— Katie Miller (@KatieMiller) January 3, 2026
«Η Αμερική χρειάζεται τη Γροιλανδία, για λόγους εθνικής ασφάλειας» διακήρυξε ο Τραμπ την Κυριακή, απευθυνόμενος στους ρεπόρτερ που τον συνόδευαν μέσα στο προεδρικό αεροσκάφος, Air Force One. Όπως συνηθίζει, ο POTUS δεν μπήκε στον κόπο να εξηγήσει πώς η φιλήσυχη Γροιλανδία μπορεί να αποτελεί απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι «θα ασχοληθούμε με τη Γροιλανδία σε περίπου δύο μήνες». Και αμέσως διόρθωσε τον εαυτό του, μειώνοντας ακόμη περισσότερο την αναμονή για τη συζήτηση περί της τύχης της Γροιλανδίας με τη φράση «ας μιλήσουμε για τη Γροιλανδία σε 20 ημέρες».