Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που δεν χρειάζονται πολλές αναλύσεις. Αρκεί να δει κανείς ποιος πηγαίνει πού. Και το γεγονός ότι μέσα σε λίγες ημέρες το Πεκίνο υποδέχθηκε πρώτα τον Ντόναλντ Τραμπ και αμέσως μετά τον Βλαντίμιρ Πούτιν, δεν είναι απλώς ένα διπλωματικό στιγμιότυπο. Είναι μια εικόνα του νέου κόσμου που διαμορφώνεται μπροστά μας.

Δεν ξέρω αν μας αρέσει ή αν μας φοβίζει. Ξέρω όμως ότι δεν μπορούμε πλέον να το αγνοούμε: η Κίνα αποδεικνύεται υπερδύναμη. Όχι μόνο στα χαρτιά, όχι μόνο στους αριθμούς, όχι μόνο στις προβλέψεις των αναλυτών. Αποδεικνύεται υπερδύναμη στην πράξη.

Advertisement
Advertisement

Διότι όταν η Ουάσιγκτον και η Μόσχα, δύο δυνάμεις που παραμένουν πυρηνικές, στρατιωτικές και γεωπολιτικές πραγματικότητες, περνούν από το Πεκίνο για να συζητήσουν το μέλλον της παγκόσμιας τάξης, αυτό σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: αναγνωρίζουν ότι χωρίς την Κίνα, κανένα μεγάλο πρόβλημα δεν λύνεται εύκολα.

Η Κίνα δεν είναι πια το «εργοστάσιο του κόσμου». Είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο. Είναι οικονομικός γίγαντας, τεχνολογικός παίκτης, διπλωματικός διαμεσολαβητής, ενεργειακός συνομιλητής, εμπορικός κόμβος και γεωπολιτικός ρυθμιστής. Και το κυριότερο: είναι μια δύναμη που έμαθε να περιμένει.

Για δεκαετίες, το Πεκίνο απέφυγε να συμπεριφερθεί όπως οι παλιές αυτοκρατορίες. Δεν έχτισε την παγκόσμια επιρροή του κυρίως πάνω σε στρατιωτικές επεμβάσεις μακριά από την περιοχή του. Υπήρξαν, βέβαια, πολεμικές εμπλοκές και συγκρούσεις μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από την Κορέα μέχρι τα σύνορα με την Ινδία και το Βιετνάμ. Άρα δεν θα ήταν ακριβές να πούμε ότι η Κίνα δεν αναμείχθηκε ποτέ σε πολεμικές καταστάσεις. Αυτό που μπορούμε όμως να πούμε είναι ότι, σε αντίθεση με άλλες μεγάλες δυνάμεις, δεν έκανε τις συνεχείς υπερπόντιες στρατιωτικές επεμβάσεις βασικό εργαλείο της παγκόσμιας ανόδου της.

Η Κίνα διάλεξε άλλο δρόμο: παραγωγή, εμπόριο, υποδομές, τεχνολογία, υπομονή, επιρροή. Και αυτή η επιλογή σήμερα αποδίδει.

Στην οικονομία, τα μεγέθη μιλούν από μόνα τους. Το 2025 το κινεζικό ΑΕΠ ξεπέρασε τα 140 τρισ. γουάν, με ανάπτυξη 5%, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Κίνας. Πρόκειται για επίδοση που, σε μια εποχή διεθνούς αβεβαιότητας, δείχνει ανθεκτικότητα και βάθος.

Στο ηλεκτρονικό εμπόριο, η Κίνα δεν ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις. Τις διαμορφώνει. Οι online λιανικές πωλήσεις έφτασαν το 2025 σχεδόν τα 16 τρισ. γουάν, με αύξηση 8,6%, ενώ ακόμη και η αγροτική οικονομία συνδέεται πλέον με τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, τα livestreams και τις αλυσίδες διανομής.

Advertisement

Στην τεχνητή νοημοσύνη, η Κίνα δείχνει ότι δεν είναι πια απλώς αντιγραφέας ή φθηνός παραγωγός τεχνολογίας. Η υπόθεση DeepSeek και η κινητοποίηση εταιρειών όπως η Alibaba, η Tencent και η ByteDance αποδεικνύουν ότι η χώρα μπορεί να παράγει μοντέλα, υποδομές και εφαρμογές που επηρεάζουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Η Alibaba, μάλιστα, ανακοίνωσε νέα ώθηση σε chips και AI υποδομές, σε μια προσπάθεια να μειώσει την εξάρτηση από δυτικές τεχνολογίες.

Αυτό είναι το σημείο που, κατά τη γνώμη μου, η Ευρώπη δυσκολεύεται να καταλάβει. Η Κίνα δεν βλέπει την οικονομία, την τεχνολογία και τη γεωπολιτική ως τρία διαφορετικά πεδία. Τα βλέπει ως ένα ενιαίο σύστημα ισχύος.

Η τεχνητή νοημοσύνη είναι οικονομία. Το ηλεκτρονικό εμπόριο είναι κοινωνική οργάνωση. Οι υποδομές είναι διπλωματία. Η ενέργεια είναι γεωπολιτική. Τα λιμάνια, οι σιδηρόδρομοι, τα δίκτυα, τα δεδομένα, οι πλατφόρμες, όλα συνδέονται μεταξύ τους.

Advertisement

Και την ίδια ώρα, στο διπλωματικό πεδίο, το Πεκίνο εμφανίζεται όλο και πιο συχνά ως η δύναμη που μπορεί να μιλά με όλους. Με τη Ρωσία, με το Ιράν, με τη Σαουδική Αραβία, με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με τον παγκόσμιο Νότο, με την Ευρώπη όταν η Ευρώπη ξέρει τι θέλει, πράγμα όχι πάντα βέβαιο.

Το είδαμε καθαρά στη συμφωνία προσέγγισης Ιράν – Σαουδικής Αραβίας το 2023, όπου η Κίνα έπαιξε ρόλο διαμεσολαβητή. Το βλέπουμε και σήμερα, με τη Μέση Ανατολή να παραμένει σε κρίση και το Πεκίνο να προβάλλει τον εαυτό του ως δύναμη σταθερότητας, ιδίως επειδή η σταθερότητα στην περιοχή αφορά άμεσα την ενέργεια, το εμπόριο και την παγκόσμια οικονομία.

Ασφαλώς, δεν πρέπει να είμαστε αφελείς. Η Κίνα δεν κινείται από φιλανθρωπία. Κανένα κράτος αυτού του μεγέθους δεν το κάνει. Υπερασπίζεται τα συμφέροντά της. Θέλει επιρροή, αγορές, τα πετρέλαια, ασφάλεια, τεχνολογική αυτάρκεια, ρόλο στον νέο κόσμο. Όμως αυτό ακριβώς κάνουν όλες οι μεγάλες δυνάμεις.

Advertisement

Η διαφορά είναι ότι η Κίνα το κάνει με έναν τρόπο λιγότερο θορυβώδη και περισσότερο μακροπρόθεσμο.

Στο ζήτημα της Ταϊβάν, το Πεκίνο έστειλε ξανά σαφές μήνυμα στον Τραμπ, ότι το θεωρεί κεντρικό θέμα εθνικής κυριαρχίας. Η Ταϊβάν, από την άλλη, απορρίπτει τις κινεζικές αξιώσεις και επιμένει ότι το μέλλον της πρέπει να αποφασιστεί από τον λαό της. Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο επικίνδυνες εστίες του πλανήτη. Και γι’ αυτό ακριβώς η σοβαρότητα, η ψυχραιμία και η διπλωματία είναι απολύτως απαραίτητες.

Όμως ακόμη και εκεί, το μήνυμα είναι σαφές: η Κίνα δεν ζητά απλώς να ακουστεί. Απαιτεί να ληφθεί υπόψη.

Advertisement

Και εδώ έρχεται το ελληνικό και ευρωπαϊκό ερώτημα. Τι κάνουμε εμείς;

Advertisement

Η άποψή μου είναι καθαρή: πρέπει να δυναμώσουμε τη σχέση μας με την Κίνα. Όχι άκριτα. Όχι αφελώς. Όχι εις βάρος των δεσμεύσεών μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο ΝΑΤΟ ή στις σχέσεις μας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά με σοβαρότητα, αυτοπεποίθηση και εθνική στρατηγική.

Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν λόγο να βλέπει την Κίνα μόνο μέσα από τα μάτια τρίτων. Έχει συμφέρον να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους, να ενισχύει τις οικονομικές σχέσεις, να αξιοποιεί τη θέση της ως πύλη προς την Ευρώπη, να συμμετέχει στον διάλογο για το εμπόριο, την τεχνολογία, τις μεταφορές και την ενέργεια.

Αρκεί να ξέρει τι θέλει. Διότι οι σχέσεις με την Κίνα απαιτούν ισορροπία. Απαιτούν γνώση.

Advertisement

Το ερώτημα δεν είναι αν θα μιλήσουμε με την Κίνα. Το ερώτημα είναι αν θα μιλήσουμε μαζί της με σχέδιο, με αυτοπεποίθηση και με καθαρό μυαλό. Γιατί στον νέο κόσμο, όποιος δεν έχει δική του στρατηγική, καταλήγει να υπηρετεί τη στρατηγική κάποιου άλλου.