Η Αλεξάντρια «Λέξι» Τζόουνς, κόρη του θρύλου της μουσικής Ντέιβιντ Μπόουι, μοιράστηκε δημόσια τις προσωπικές της εμπειρίες από μια δύσκολη περίοδο της ζωής της, αποκαλύπτοντας ότι ως έφηβη απομακρύνθηκε με τη βία από το σπίτι της και οδηγήθηκε σε εξειδικευμένα προγράμματα θεραπείας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η 25χρονη μίλησε για τις ψυχολογικές δυσκολίες που αντιμετώπισε, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο βίωσε την απομάκρυνσή της από την οικογένεια, σε μια περίοδο που, όπως είπε, πάλευε με σοβαρά ζητήματα ψυχικής υγείας.
Σε βίντεο που δημοσίευσε στον προσωπικό της λογαριασμό στο Instagram, η Λέξι περιέγραψε ότι η οικογένειά της αποφάσισε τη μεταφορά της σε θεραπευτική δομή λόγω της επιδείνωσης της κατάστασής της, καθώς πάλευε με κατάθλιψη και διατροφικές διαταραχές. Όπως ανέφερε, η διάγνωση του πατέρα της με καρκίνο στο ήπαρ το 2014 επηρέασε βαθιά την ψυχολογία της, οδηγώντας την σε κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών ως μορφή διαφυγής από την έντονη συναισθηματική πίεση. Ο Ντέιβιντ Μπόουι απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2016, δύο ημέρες μετά την κυκλοφορία του τελευταίου του άλμπουμ, «Blackstar», σε ηλικία 69 ετών.
Η Λέξι, κόρη του Μπόουι και της Ιμάν, ανέφερε ότι ήταν μόλις 14 ετών όταν δύο άνδρες εμφανίστηκαν στο σπίτι της και τη μετέφεραν βίαια σε κέντρο θεραπείας. Περιέγραψε τη στιγμή ως ιδιαίτερα τραυματική, λέγοντας ότι δεν της εξήγησαν πού την πήγαιναν. Θυμήθηκε επίσης ότι ο πατέρας της της έδωσε ένα γράμμα πριν την απομάκρυνσή της, στο οποίο έγραφε ότι λυπόταν που έπρεπε να ληφθεί αυτή η απόφαση, μια φράση που την ακολούθησε συναισθηματικά για πολλά χρόνια.
Αναφερόμενη στα παιδικά της χρόνια, η 25χρονη δήλωσε ότι ένιωθε συχνά αποκομμένη από τους συνομηλίκους της. Όπως είπε, οι ενήλικες της μιλούσαν διαφορετικά, σαν να μην τη θεωρούσαν ισότιμο άτομο. «Ένιωθα ότι υπήρχα περισσότερο ως ιδέα παρά ως πραγματικός άνθρωπος», ανέφερε χαρακτηριστικά. Πρόσθεσε ότι από πολύ μικρή ηλικία αντιμετώπισε προβλήματα ψυχικής υγείας, ξεκινώντας ψυχοθεραπεία επειδή δάσκαλοι και γονείς παρατήρησαν ανησυχητικές συμπεριφορές. Στα 11 της χρόνια ξεκίνησε να αυτοτραυματίζεται, ενώ στα 12 εμφάνισε βουλιμία και έντονες κρίσεις άγχους.
Μετά τη διάγνωση του πατέρα της, η κατάσταση επιδεινώθηκε, όπως εξήγησε. «Όλοι γύρω μου πειραματίζονταν, αλλά για μένα δεν ήταν διασκέδαση. Ήταν τρόπος διαφυγής», ανέφερε, περιγράφοντας ότι έγινε πιο επιθετική και προσπαθούσε να κερδίσει τον σεβασμό των άλλων, ακόμη και αν αυτό σήμαινε να γίνονται οι άνθρωποι γύρω της φοβισμένοι.
Η Λέξι μίλησε και για τις συνθήκες στο πρώτο πρόγραμμα θεραπείας, όπου έμεινε 91 ημέρες. Όπως περιέγραψε, ζούσε σε εξωτερικούς χώρους, υπό αυστηρούς κανόνες και περιορισμούς στην ιδιωτικότητα. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, έπρεπε να κάνει ντους μόνο μία φορά την εβδομάδα και να ακολουθεί συγκεκριμένες διαδικασίες επιτήρησης, όπως το να μετρά δυνατά κάθε φορά που χρησιμοποιούσε αυτοσχέδια τουαλέτα, ώστε να ελέγχεται από το προσωπικό.
Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε άλλο κέντρο θεραπείας στη Γιούτα, όπου παρέμεινε για 13 μήνες. Εκεί ενημερώθηκε για τον θάνατο του πατέρα της. Η ίδια δήλωσε ότι είχε μιλήσει μαζί του δύο ημέρες πριν, στα γενέθλιά του, λέγοντάς του ότι τον αγαπά, με τον ίδιο να της απαντά το ίδιο. Όταν είδε την ανακοίνωση του θανάτου του στο διαδίκτυο, ένιωσε έντονη συναισθηματική κατάρρευση, καθώς, όπως είπε, όλη η οικογένειά της ήταν παρούσα τις τελευταίες στιγμές του, εκτός από την ίδια.
Στο πρόγραμμα θεραπείας, όπως ανέφερε, δημιουργήθηκε ειδική «φάση πένθους και απώλειας», όπου το πένθος της οργανώθηκε σε συγκεκριμένα στάδια και στόχους αποκατάστασης. Παρότι αναγνώρισε ότι η εμπειρία αυτή τη διαμόρφωσε, σημείωσε ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ψυχολογικές επιπτώσεις. Όπως είπε, ακόμη και σήμερα νιώθει άγχος σε περιβάλλοντα με αυστηρούς κανόνες και συχνά έχει την ανάγκη να παρατηρεί τον χώρο γύρω της για να αισθάνεται ασφάλεια.
Τέλος, η Λέξι Τζόουνς τόνισε ότι αποφάσισε να μοιραστεί την ιστορία της δημόσια, ώστε να συμβάλει στη συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία και τις μορφές συναισθηματικής κακοποίησης. Όπως είπε, θέλει να μιλήσει για τα τραυματικά βιώματα που συχνά παραμένουν κρυφά, υπογραμμίζοντας ότι η ψυχική και συναισθηματική χειραγώγηση μπορεί να αφήσει βαθιά σημάδια. «Δεν θα προσποιηθώ ότι δεν συνέβη», δήλωσε, χαρακτηρίζοντας τις εμπειρίες αυτές μορφή κακοποίησης που επηρέασε τη ζωή της.