Αν κάποιος ήθελε να γράψει ένα χριστουγεννιάτικο πολιτικό δράμα με στοιχεία φάρσας και μάλιστα πανευρωπαϊκό δεν θα χρειαζόταν ούτε φαντασία, ούτε σεναριογράφους. Αρκεί να περπατήσει μέχρι τη Grand Place των Βρυξελλών. Εκεί, στο πιο φωτογραφημένο σημείο της πόλης και από τα ομορφότερα της ΕΕ, η φάτνη του 2025 αντικατέστησε την υπέροχη και παραδοσιακή που κοσμούσε τον χώρο κάθε Χριστούγεννα και κατάφερε μέσα σε λίγες μόνο ημέρες να προκαλέσει σοκ, γέλιο, οργή, memes και τελικά ένα μίνι θρίλερ με μια χαμένη κεφαλή του μικρού Ιησού.
Το Θείο Βρέφος καταδιώχθηκε σχεδόν αμέσως μετά την τοποθέτησή του στη φάτνη. Κατασκευασμένο από μπαλάκι υφάσματος, αποκεφαλίστηκε μέσα στη νύχτα από άγνωστο δράστη, ο οποίος πήρε την κεφαλή και άφησε το σώμα στη θέση του.
Η φωταγώγηση του Δέντρου και η παρουσίαση της νέας φάτνης έγιναν το βράδυ της Παρασκευής 28/11 και η κλοπή συνέβη λίγες ώρες αργότερα. Η πόλη έσπευσε να καθησυχάσει τους πολίτες ότι η κεφαλή θα αντικατασταθεί άμεσα, όμως η αίσθηση για τη μεγαλύτερη χριστιανική γιορτή της Ευρώπης είχε ήδη αμαυρωθεί πολύ πριν από τον «αποκεφαλισμό».
Βεβαίως, δεν είναι η πρώτη φορά που η φάτνη της Grand Place πέφτει θύμα βανδαλισμού· στο παρελθόν έχουν υπάρξει κλοπές, εξαφανίσεις και ακτιβιστικές «παρεμβάσεις» που άφησαν το σημείο στραπατσαρισμένο. Αυτή τη φορά, όμως, κάτι είναι διαφορετικό. Η πράξη δεν μοιάζει με ένα μεμονωμένο πείραγμα, αλλά με κορύφωση μιας έντασης που ήδη είχε δημιουργηθεί γύρω από το νέο εικαστικό εγχείρημα. Αν ήταν φάρσα, θα είχε μείνει εκεί, τώρα έγινε σύμβολο.
Χωρίς Πρόσωπο – Αφαιρώντας και καταργώντας στο όνομα της «συμπερίληψης» και της «Διαφορετικότητας»
Η νέα φάτνη, με τον πομπώδη τίτλο “Fabrics of the Nativity” («Υφάσματα της Γέννησης»), αποτελείται από φιγούρες σε φυσικό μέγεθος, κατασκευασμένες από ανακυκλωμένα υφάσματα, χωρίς πρόσωπα, χωρίς εκφράσεις, χωρίς τίποτα που να θυμίζει την παραδοσιακή εικονογραφία της Αγίας Οικογένειας. Οι δημιουργοί μιλούν για «inclusion» (συμπερίληψη) και «μίξη τόνων δέρματος», όμως το αποτέλεσμα, με τις μπεζ και καφέ μουντές κηλίδες εκεί όπου κανονικά θα υπήρχαν πρόσωπα, προκάλεσε περισσότερο σύγχυση παρά συγκίνηση. Για πολλούς, η επιλογή αυτή μετατρέπει το θρησκευτικό σύμβολο σε μια αλληγορία πολιτικής ορθότητας και μάλιστα αμφιλεγόμενης αισθητικής.
Η πόλη επέμεινε ότι η παλιά ξύλινη φάτνη ήταν πλέον πολύ κατεστραμμένη για να επιβιώσει. Ο σοσιαλιστής δήμαρχος Philippe Close, δηλωμένος κοσμικός, όπως λένε, παραδέχθηκε αστειευόμενος ότι δεν ήθελε να πάρει μόνος του την ευθύνη για την αλλαγή, ενώ διαβεβαίωσε πως οι Βρυξέλλες «δεν θα ακολουθήσουν άλλες πόλεις που καταργούν τη φάτνη».
« Ήμουν σίγουρος ότι θα υπήρχαν αντιδράσεις » δήλωσε ο δήμαρχος περήφανα στη Le Soir.
Στην ίδια εφημερίδα η Victoria- Maria, η δημιουργός της φάτνης, υπενθύμισε ότι η αρχική ιδέα της φάτνης ήταν να «αναδείξει το πολιτιστικό παρελθόν της Βελγίου στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας», το οποίο είναι «εξαιρετικά πλούσιο». «Τα υφασμάτινα πρόσωπα έχουν ως στόχο να αφήσουν ελεύθερη τη φαντασία του καθενός, και σίγουρα όχι να αποκλείσουν τη μία ή την άλλη κοινότητα », συνέχισε.
Επίσης και ο φετινός στολισμός του Δέντρου σχεδιάστηκε ώστε να «προβάλει τη διαφορετικότητα, τη ζεστασιά και τον πολιτισμικό πλούτο των Βρυξελλών». Οι δημιουργοί του, στην επίσημη ιστοσελίδα , μιλούν για ένα δέντρο που γίνεται «γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση και τη δημιουργική πολυφωνία της πόλης», ενσωματώνοντας μοτίβα και υλικά που συμβολίζουν ένα πολύχρωμο, ανοιχτό σύνολο.»
Η πρόταση της καλλιτέχνιδας Victoria-Maria επιλέχθηκε μετά από ανοικτή πρόσκληση, ενώ η παραγωγή των φιγούρων ανατέθηκε στο Atelier By Souveraine. Το έργο, η φάτνη εγκαταστάθηκε στις 26 Νοεμβρίου και όπως ανακοίνωσαν επίσημα θα παραμείνει στη θέση του για πέντε χρόνια, μέχρι το 2029. Μια υπόσχεση που πιθανότατα διασφαλίζει άφθονο υλικό για memes, αν κρίνει κανείς από την πρώτη κιόλας εβδομάδα λειτουργίας του.
Όχι χωρίς αντιδράσεις
Οι χρήστες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντέδρασαν με ταχύτητα. Κάποιοι μίλησαν για φάτνη «τόσο απλή που προσβάλλει», άλλοι για έργο «άσχημο σε βαθμό προκλητικό», ενώ αρκετοί αγανακτισμένοι χρήστες σχολίασαν «φτάνει πια με τις woke ανοησίες».
Δεν έλειψαν, βεβαίως, κι εκείνοι που επέμειναν ότι η έλλειψη προσώπων γίνεται για να «μην ενοχληθούν οι μουσουλμάνοι» με το επιχείρημα ότι στο Ισλάμ υπάρχει παράδοση επιφύλαξης απέναντι στην απεικόνιση μορφών, ιδίως όταν πρόκειται για θρησκευτικές μορφές, μια άποψη που, ανεξαρτήτως εγκυρότητας, αφού κανένας από την κοινότητα δεν εξέφρασε επίσημα κάποιο σχετικό αίτημα, ωστόσο αντικατροπτίζει την αίσθηση ότι η πόλη φοβάται πια τις δικές της παραδόσεις. Το ότι η εγκατάσταση έλαβε μάλιστα την έγκριση της Καθεδρικής του Αγίου Μιχαήλ και της Αγίας Γουδούλης προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη απορία.
Στην ανάρτηση στο Χ η φετινή φάτνη και κάτω αυτή που κοσμούσε μέχρι πρότινος την Grand Place
«Τα Χριστούγεννα δεν είναι κληρονομιά που πρέπει να κρύβεται»
Στο σημείο αυτό εισήλθε στη δημόσια συζήτηση και η Dr. Cristina Vanberghen, με μια ανάρτηση στο Χ που κατέστη viral. Με λόγο κοφτερό και εξαιρετικά ασυνήθιστο για τη συνήθως υποτονική βελγική δημόσια σφαίρα σημείωσε πως «η πρωτεύουσα της Ευρώπης κατάφερε να παρουσιάσει μια φάτνη από ανακυκλώσιμα υλικά που κόστισε 50.000 ευρώ», παρακαλώντας τον υπόλοιπο κόσμο «να μη γελάσει». Υπογράμμισε ότι το θέμα έχει ξεφύγει από τη σφαίρα της αισθητικής και έχει μετατραπεί σε συζήτηση για την ταυτότητα και τον σεβασμό προς την πολιτισμική κληρονομιά.
«Τα Χριστούγεννα δεν είναι κληρονομιά που πρέπει να κρύβεται. Αυτή η συζήτηση δεν αφορά πλέον την αισθητική. Αφορά την ταυτότητα, τον σεβασμό στην παράδοση και τη συνοχή στις δημόσιες δαπάνες» γράφει η ίδια.
Την ίδια στιγμή, μια άλλη φωνή, αυτή του αρθρογράφου Fouad Gandoul, έδωσε ακόμη πιο ωμή διάσταση στο κλίμα: «Μεγάλωσα με ζεστές, οικείες φάτνες. Αυτό που γίνεται τώρα είναι παράλογο: μια μικρή προοδευτική ελίτ αποδομεί τον πολιτισμό μας στο όνομα μιας κούφιας «συμπερίληψης». Καμία μειονότητα δεν το ζήτησε. Κανείς δεν προσβλήθηκε από μια φάτνη».
Με άλλα λόγια, για αρκετούς Βέλγους, το πνεύμα των Χριστουγέννων έχει μετατραπεί σε ένα είδος πολυπολιτισμικού ό,τι να ‘ναι που λέει περισσότερα για το άγχος της πόλης απέναντι στην ίδια της την εικόνα παρά για την πραγματική «συμπερίληψη».
Η ειρωνεία κορυφώνεται αν κανείς θυμηθεί ότι όλα αυτά συμβαίνουν στο πλαίσιο των περίφημων Plaisirs d’Hiver, της χριστουγεννιάτικης αγοράς που εδώ και χρόνια αποφεύγει επιμελώς να χρησιμοποιεί τον όρο «Χριστούγεννα», προτιμώντας τον αποστειρωμένο τίτλο «Χειμερινές Απολαύσεις». Για πολλούς, η επιλογή αυτή αποτελεί σύμπτωμα ενός σταδιακού «ξεδοντιάσματος» της παράδοσης, ενός επαναλαμβανόμενου δισταγμού της πόλης να ονομάσει τα πράγματα με το όνομά τους, σαν να χρειάζεται η Ευρώπη απολογία για την ίδια την πολιτιστική της μνήμη.
Χωρίς ταυτότητα- Χωρίς πυξίδα
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η χαμένη κεφαλή της φάτνης δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη περιστατικό βανδαλισμού. Είναι σχεδόν συμβολική: μια πόλη που προσπαθεί απεγνωσμένα να εξηγήσει γιατί η φάτνη της μοιάζει περισσότερο με εικαστική εγκατάσταση παρά με θρησκευτικό σύμβολο, καταλήγει να βλέπει το πιο αναγνωρίσιμο μέρος της να εξαφανίζεται στο σκοτάδι. Κι όσο κι αν η δημοτική αρχή υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση θα παραμείνει μέχρι το 2029 ή ότι η αντικατάσταση της κεφαλής είναι υπόθεση ρουτίνας, η συζήτηση που έχει ανοίξει δεν πρόκειται να κλείσει τόσο εύκολα.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν αρέσει ή όχι η φάτνη. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι σημαίνει όταν αρχίζουμε να αμφιβάλλουμε για τα σύμβολα που ορίζουν την πορεία ενός πολιτισμού και πόσο μπορεί να διαρκέσει μια παράδοση όταν αντιμετωπίζεται ως διακοσμητική υποσημείωση ανάμεσα σε φωτεινά λαμπάκια και πολιτισμικές ισορροπίες.
Η Grand-Place των Βρυξελλών παραμένει εντυπωσιακή, και η αγορά εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις ωραιότερες της Ευρώπης. Κι όμως, ανάμεσα στα ανακυκλωμένα υφάσματα και τις απρόσωπες φιγούρες, μοιάζει να χάνεται και το δικό μας Πρόσωπο. Δεν λείπει μόνο η κεφαλή του μικρού Χριστού, λείπει και η καθαρότητα της συνάντησής μας με τον Άλλον. Όταν η συνάντηση δεν στηρίζεται στην αλήθεια αλλά στον φόβο μήπως προσβάλουμε, η κοινότητα φθείρεται σιωπηλά και μαζί της φθείρεται και ο τρόπος με τον οποίο μας βλέπουν και μας αντιμετωπίζουν οι άλλοι. Κι έτσι, χωρίς Πρόσωπο, μένουμε εκτεθειμένοι, αμήχανοι και τελικά ακατανόητοι ή, ακόμη χειρότερα, απολύτως προβλέψιμοι.