Η 1η Σεπτεμβρίου 1939 αποτελεί το ορόσημο που έχει χαραχθεί στη συλλογική μνήμη ως η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνη την ημέρα τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν τα σύνορα της Πολωνίας και, δύο ημέρες αργότερα, Βρετανία και Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο στη ναζιστική Γερμανία. Η ημερομηνία είναι σαφής. Η πραγματική αρχή, όμως, του πολέμου ήταν πολύ πιο δύσκολο να προσδιοριστεί.
Η Ευρώπη και ο κόσμος είχαν ήδη μπει σε μια περίοδο διαρκούς αστάθειας. Η ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία το 1931, η ιταλική επίθεση στην Αιθιοπία, ο Ισπανικός Εμφύλιος και η σταδιακή επιθετική επέκταση της ναζιστικής Γερμανίας στην Κεντρική Ευρώπη ήταν κομμάτια μιας μεγαλύτερης εικόνας. Για χρόνια, κάθε κρίση αντιμετωπιζόταν ως ένα ξεχωριστό πρόβλημα. Καμία, όμως, δεν ήταν πραγματικά απομονωμένη από τις υπόλοιπες.
Σήμερα, η ιστορική αναλογία δεν σημαίνει ότι ο κόσμος βαδίζει αναπόφευκτα προς έναν Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σημαίνει όμως ότι υπάρχουν λόγοι για αυξημένη ανησυχία. Η Ουκρανία, η Μέση Ανατολή, η Ταϊβάν και η Κορεατική Χερσόνησος αποτελούν διαφορετικές γεωγραφικές κρίσεις, οι οποίες ωστόσο συνδέονται ολοένα περισσότερο μέσω στρατιωτικών συνεργασιών, τεχνολογίας, ενέργειας, εμπορίου και γεωπολιτικών ανταγωνισμών.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν μπορεί να ξεσπάσει ένας μεγαλύτερος πόλεμος. Είναι κατά πόσο οι επιμέρους κρίσεις έχουν ήδη αρχίσει να αλληλοτροφοδοτούνται.
Η Ουκρανία άλλαξε τα δεδομένα του πολέμου
Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία το 2022, υπήρχε η εκτίμηση ότι το Κίεβο θα μπορούσε να καταρρεύσει γρήγορα. Το σενάριο που πολλοί φοβούνταν ήταν μια επανάληψη της γαλλικής κατάρρευσης του 1940, με μια πολύ ισχυρότερη στρατιωτικά δύναμη να επικρατεί μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική. Η Ουκρανία άντεξε, το Κίεβο δεν καταλήφθηκε και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι παρέμεινε στη χώρα. Οι ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις όχι μόνο δεν διαλύθηκαν, αλλά προσαρμόστηκαν γρήγορα σε έναν πόλεμο που εξελίσσεται διαρκώς.
Το ουκρανικό μέτωπο έγινε παράλληλα ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών για τις στρατιωτικές τεχνολογίες του 21ου αιώνα. Φθηνά drones, τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτρονικός πόλεμος και όπλα μεγάλης εμβέλειας έχουν μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο εντοπίζονται, στοχοποιούνται και καταστρέφονται στρατιωτικές δυνάμεις.
Ένα όπλο που κοστίζει ένα μικρό κλάσμα ενός σύγχρονου τεθωρακισμένου μπορεί πλέον να το καταστήσει άχρηστο. Η τεχνολογία κινείται με ταχύτητα που συχνά ξεπερνά την προσαρμογή των στρατιωτικών δογμάτων.
Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι ο πόλεμος δεν παρέμεινε αποκλειστικά ουκρανορωσικός.
Η Μέση Ανατολή πρόσθεσε ένα δεύτερο εκρηκτικό μέτωπο
Η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ το 2023 και η σύγκρουση που ακολούθησε δημιούργησαν μια νέα αλυσίδα κρίσεων. Το Ισραήλ και η Χεζμπολάχ βρέθηκαν αντιμέτωποι, οι Χούθι εξαπέλυσαν επιθέσεις στην Ερυθρά Θάλασσα, το Ιράν μπήκε πιο άμεσα στο γεωπολιτικό κάδρο και οι Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσαν την παρουσία τους στην περιοχή.
Έτσι, μια σύγκρουση που ξεκίνησε σε συγκεκριμένο γεωγραφικό σημείο απέκτησε σταδιακά περιφερειακές διαστάσεις.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι οι δύο μεγάλες κρίσεις, Ουκρανία και Μέση Ανατολή, δεν λειτουργούν πλέον εντελώς ανεξάρτητα. Η Ουκρανία έχει επιχειρήσει πλήγματα στην περιοχή της Κασπίας με στόχο τη διατάραξη της μεταφοράς ιρανικού στρατιωτικού υλικού προς τη Ρωσία. Την ίδια στιγμή, τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας και οι πύραυλοι αναχαίτισης που χρησιμοποιούνται στη Μέση Ανατολή δεν μπορούν ταυτόχρονα να ενισχύουν τα ουκρανικά μέτωπα.
Με άλλα λόγια, οι πόροι μιας σύγκρουσης μπορούν να επηρεάζουν άμεσα την άλλη.
Η συνεργασία Ρωσίας, Κίνας, Ιράν και Βόρειας Κορέας
Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή αφορά τις σχέσεις μεταξύ των χωρών που αμφισβητούν τη δυτική τάξη πραγμάτων. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για πολιτικές δηλώσεις ή διπλωματικές συναντήσεις.
Η Βόρεια Κορέα έχει παράσχει στη Ρωσία τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών και έχει διαθέσει ανθρώπινο δυναμικό για την υποστήριξη των ρωσικών επιχειρήσεων. Σε αντάλλαγμα, η Μόσχα μπορεί να προσφέρει στρατιωτική τεχνογνωσία και τεχνολογία που ενισχύει τις δυνατότητες της Πιονγκγιάνγκ.
Η Κίνα έχει εξελιχθεί σε κρίσιμο προμηθευτή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και τεχνολογιών διπλής χρήσης, οι οποίες επιτρέπουν στη ρωσική πολεμική βιομηχανία να συνεχίζει την παραγωγή drones και άλλων συστημάτων.
Το Ιράν έχει επίσης προσφέρει στη Ρωσία τεχνολογία και μέσα που χρησιμοποιούνται στο ουκρανικό μέτωπο.
Έτσι δημιουργείται ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων. Ο ένας διαθέτει πυρομαχικά, ο άλλος ηλεκτρονικά εξαρτήματα, κάποιος άλλος drones, ενώ η Ρωσία μπορεί να ανταποδίδει με πληροφορίες, στρατιωτική τεχνογνωσία ή προηγμένες τεχνολογίες.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση μιας μελλοντικής κρίσης γύρω από την Ταϊβάν. Αν η Κίνα επιχειρούσε στρατιωτική ενέργεια, η ρωσική υποστήριξη δεν θα χρειαζόταν απαραίτητα να εκφραστεί με την αποστολή στρατευμάτων. Θα μπορούσε να αφορά πληροφορίες, πρώτες ύλες, πυραυλική τεχνολογία ή ακόμη και τη δραστηριότητα της ρωσικής υποβρύχιας δύναμης στον Ειρηνικό.
Τότε, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με πολλαπλές κρίσεις ταυτόχρονα.
Η Δύση αντιμετωπίζει και το δικό της εσωτερικό πρόβλημα
Η μεγαλύτερη αδυναμία της Δύσης ίσως να μην βρίσκεται αποκλειστικά απέναντι από τα σύνορά της, αλλά και στο εσωτερικό της.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν εδώ και χρόνια από τους Ευρωπαίους συμμάχους τους να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες. Από την άλλη, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ανησυχούν για το κατά πόσο μπορούν να θεωρούν δεδομένες τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, ιδιαίτερα όταν ο Ντόναλντ Τραμπ προσεγγίζει συχνά τις συμμαχίες και μέσα από το πρίσμα του οικονομικού κόστους.
Η Ευρώπη και ο Καναδάς πράγματι πέρασαν δεκαετίες επενδύοντας λιγότερο στην άμυνα, στηριζόμενοι σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Την ίδια στιγμή, όμως, οι εμπορικές αντιπαραθέσεις της Ουάσιγκτον ακόμη και με στενούς συμμάχους μπορούν να δημιουργήσουν ένα διαφορετικό πρόβλημα: να αποδυναμώσουν το ίδιο το δίκτυο συμμαχιών που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα της Δύσης.
Μια οικονομική διαμάχη με τον Καναδά ή η αμφισβήτηση των αμερικανικών εγγυήσεων από ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι απλώς εμπορικές ή διπλωματικές υποθέσεις. Σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης μπορούν να εξελιχθούν σε ζήτημα στρατηγικής αξιοπιστίας.
Τα οπλοστάσια δεν είναι ανεξάντλητα
Ο πόλεμος στην Ουκρανία αποκάλυψε μια ακόμη δυσάρεστη πραγματικότητα. Η Δύση δεν διαθέτει απεριόριστες ποσότητες πυρομαχικών και στρατιωτικού υλικού.
Βλήματα πυροβολικού, πύραυλοι αναχαίτισης, αντιαεροπορικά συστήματα, ανταλλακτικά και πολεμικά πλοία χρειάζονται χρόνο για να κατασκευαστούν. Η πολεμική βιομηχανία δεν μπορεί να αυξήσει από τη μια μέρα στην άλλη την παραγωγή της σε επίπεδα που θα απαιτούσε ένας παρατεταμένος πόλεμος μεγάλης κλίμακας.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι διαθέτουν ανεξάντλητα αποθέματα.
Η Ουκρανία έδειξε επίσης ότι πολλά από τα πανάκριβα οπλικά συστήματα που σχεδιάστηκαν για τις ανάγκες του πολέμου του 20ού αιώνα πρέπει πλέον να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον όπου τα drones βρίσκονται παντού.
Την ίδια στιγμή, οι δυσκολίες γύρω από την ανάπτυξη και τον ανεφοδιασμό του αμερικανικού αεροπλανοφόρου USS «Abraham Lincoln» ανέδειξαν ένα ευρύτερο ζήτημα: ο αμερικανικός στόλος είναι μικρότερος από ό,τι στο παρελθόν και η αμερικανική ναυπηγική βιομηχανία δυσκολεύεται να κατασκευάσει και να συντηρήσει πολεμικά πλοία με την ταχύτητα που θα απαιτούσε ένας μεγάλος πόλεμος.
Σε μια σύγκρουση που θα εξελισσόταν ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα, οι αριθμοί θα είχαν τεράστια σημασία.
Ο επόμενος μεγάλος κίνδυνος μπορεί να ξεκινήσει από την οικονομία
Υπάρχει όμως ένας παράγοντας που συχνά υποτιμάται: η οικονομική σταθερότητα.
Ο κόσμος δεν βρίσκεται σήμερα στην κατάσταση της παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης της δεκαετίας του 1930. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το οικονομικό περιβάλλον είναι απαλλαγμένο από κινδύνους.
Οι τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη έχουν δημιουργήσει υψηλές αποτιμήσεις και μεγάλες προσδοκίες. Εάν ένα μέρος αυτών αποδειχθεί υπερβολικό, μια απότομη διόρθωση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις.
Παράλληλα, το αμερικανικό δημόσιο χρέος βρίσκεται σε επίπεδα που καθιστούν ιδιαίτερα σημαντικό το κόστος δανεισμού. Μια σοβαρή κρίση στην αγορά αμερικανικών ομολόγων, μια βαθιά ύφεση ή μια μεγάλη οικονομική αναταραχή στην Ιαπωνία θα μπορούσαν να μεταδώσουν πιέσεις σε ολόκληρο το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και η οικονομική αναστάτωση μπορεί να έχει άμεσες γεωπολιτικές συνέπειες.
Σε μια δύσκολη οικονομική περίοδο, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις είναι πιθανότερο να στραφούν προς το εσωτερικό, καθώς οι κοινωνίες ζητούν περιορισμό των εξωτερικών δαπανών και αποφεύγουν το κόστος στρατιωτικών επιχειρήσεων. Τα αυταρχικά καθεστώτα, αντίθετα, μπορεί να θεωρήσουν την αδυναμία των αντιπάλων τους ευκαιρία.
Ο Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ίσως να μην έχει μία ημερομηνία
Το μεγαλύτερο λάθος είναι ίσως να φανταζόμαστε τον επόμενο παγκόσμιο πόλεμο με τα χαρακτηριστικά του προηγούμενου.
Δεν είναι απαραίτητο να υπάρξει μία εισβολή που θα σηματοδοτήσει ξεκάθαρα την έναρξή του. Δεν είναι απαραίτητο να υπάρξει μία επίσημη κήρυξη πολέμου. Και πιθανότατα δεν θα υπάρχει μία συγκεκριμένη ημερομηνία που οι μελλοντικοί ιστορικοί θα μπορούν να υποδείξουν ως το απόλυτο σημείο μηδέν.
Μια σύγκρουση στην Ευρώπη θα μπορούσε να συνεχίζεται ενώ παράλληλα θα ξεσπούσε νέα κρίση στη Μέση Ανατολή. Μια κρίση γύρω από την Ταϊβάν θα μπορούσε να προστεθεί στο ήδη φορτισμένο σκηνικό. Ρωσικά όπλα, βορειοκορεατικά πυρομαχικά, κινεζικά ηλεκτρονικά και ιρανικά drones θα μπορούσαν να αποτελέσουν κομμάτια ενός ενιαίου γεωπολιτικού παζλ.
Απέναντί τους θα βρισκόταν μια Δύση που εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ, αλλά θα έπρεπε να αποφασίσει πόσο από αυτήν είναι πραγματικά έτοιμη να χρησιμοποιήσει και σε πόσα μέτωπα ταυτόχρονα.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα από τη δεκαετία του 1930. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν εμφανίστηκε ξαφνικά από το πουθενά. Προηγήθηκαν χρόνια κρίσεων που αρχικά έμοιαζαν περιορισμένες και διαχειρίσιμες.
Το πραγματικό σημείο καμπής ήρθε όταν αυτές οι κρίσεις άρχισαν να συνδέονται μεταξύ τους.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σημερινή εποχή τόσο δύσκολη να διαβαστεί: όχι επειδή ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος είναι αναπόφευκτος, αλλά επειδή ο κόσμος έχει πλέον αρκετές παράλληλες εστίες έντασης ώστε μια νέα κρίση να μην παραμείνει απαραίτητα εκεί όπου ξεκίνησε.