Γράφουν Τέρενς Κουίκ και Στέφανος Νικήτας
Ήταν Μάης του ’68. Και η Δευτέρα 6 Μαΐου στο Παρίσι έμεινε στην ιστορία ως μια από τις πιο βίαιες ημέρες της γαλλικής φοιτητικής εξέγερσης. Δεν υπήρξε νεκρός εκείνη τη νύχτα, υπήρξαν όμως εκατοντάδες τραυματίες, μαζικές συλλήψεις και μια εικόνα που ταξίδεψε πολύ μακριά: νέοι άνθρωποι απέναντι σε ένα κράτος που απαντούσε με γκλομπ, δακρυγόνα και καταστολή. Ακόμη και στην Ελλάδα της λογοκρισίας και της χούντας, το μήνυμα πέρασε. Όχι αυτούσιο, όχι άμεσα, αλλά σαν υπόγειο ρεύμα που λίγα χρόνια μετά θα συναντούσε τη Νομική και το Πολυτεχνείο.
Ο Μάης του ’68 δεν άρχισε ως επανάσταση. Άρχισε σαν φοιτητική διαμαρτυρία. Στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ, στα προάστια του Παρισιού, οι φοιτητές αμφισβητούσαν ένα πανεπιστημιακό σύστημα αυστηρό, ιεραρχικό, ξεπερασμένο. Ζητούσαν περισσότερες ελευθερίες, μιλούσαν για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, για τον αυταρχισμό, για την κοινωνία της κατανάλωσης, για μια νεολαία που μεγάλωνε σε μια Γαλλία οικονομικά ισχυρή αλλά πολιτικά και ηθικά ασφυκτική. Στις 2 Μαΐου 1968 η Ναντέρ έκλεισε. Την επόμενη ημέρα, στις 3 Μαΐου, η ένταση μεταφέρθηκε στη Σορβόννη, όπου η επέμβαση της αστυνομίας και οι συλλήψεις φοιτητών άναψαν το φυτίλι.
Η Δευτέρα 6 Μαΐου ήταν η ημέρα που το Παρίσι κατάλαβε ότι κάτι βαθύτερο είχε ξεκινήσει. Χιλιάδες φοιτητές, καθηγητές και πολίτες κινήθηκαν προς τη Σορβόννη, που παρέμενε περικυκλωμένη από την αστυνομία. Οι δυνάμεις καταστολής επιτέθηκαν. Οι φοιτητές απάντησαν με πέτρες, οδοφράγματα, ξηλωμένα πεζοδρόμια. Το Καρτιέ Λατέν μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Σύμφωνα με το αρχείο του Guardian, τουλάχιστον 10.000 φοιτητές συμμετείχαν στις συγκρούσεις εκείνης της ημέρας, ενώ εθελοντές του Ερυθρού Σταυρού έτρεχαν μέσα στα δακρυγόνα για να περιθάλψουν «εκατοντάδες τραυματίες».
Συνθήματα και γκράφιτι:
- Απαγορεύεται το απαγορεύεται.
- Η Φαντασία στην Εξουσία
- Να ‘στε ρεαλιστές, ζητήστε το αδύνατο.
- Διαβάστε λιγότερο, ζήστε περισσότερο.
- Η ανία είναι αντεπαναστατική.
- Δεν θα αξιώσουμε τίποτα, δεν θα ζητήσουμε τίποτα. Θα πάρουμε, θα καταλάβουμε.
- Το αφεντικό έχει ανάγκη εσένα, δεν τον έχεις εσύ ανάγκη.
- Εργαζόμενε: Είσαι 25 χρονών αλλά το συνδικάτο σου είναι του προηγούμενου αιώνα.
- Αγοράζουν την ευτυχία σου… Κλέψ’ την.
- Ήρθα. Είδα. Πίστεψα.
- Η ποίηση βρίσκεται στους δρόμους.
- Το αλκοόλ σκοτώνει. Πάρτε LSD.
- Εμπρός του Πανεπιστημίου οι κολασμένοι.
- Κάτω από τα πεζοδρόμια, η παραλία!
- Σ’ αγαπώ! Ω, πες το με πέτρες!
- Ούτε Θεός ούτε αφέντης!
Οι εικόνες ήταν πρωτοφανείς για τη μεταπολεμική Γαλλία. Λεωφορεία με σπασμένα τζάμια, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα, βιτρίνες θρυμματισμένες, δρόμοι σκαμμένοι από φοιτητές που αναζητούσαν πέτρες για να αμυνθούν. Οι αστυνομικοί χτυπούσαν όχι μόνο διαδηλωτές αλλά, σύμφωνα με τις ανταποκρίσεις της εποχής, και περαστικούς. Η βία δεν κατέστειλε το κίνημα. Το μεγάλωσε. Γιατί από εκείνη τη στιγμή, η εξέγερση δεν ήταν πια μόνο υπόθεση των φοιτητών. Ήταν υπόθεση μιας κοινωνίας που έβλεπε στην καταστολή το πρόσωπο ενός αυταρχικού κράτους.
Οι αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με την πηγή, όμως όλες οι αναφορές συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα: τη Δευτέρα 6 Μαΐου δεν υπήρξε νεκρός, αλλά υπήρξαν εκατοντάδες τραυματίες και εκατοντάδες συλλήψεις. Το HiBridgeman Images via Reuters Connectstory καταγράφει ότι οι μάχες της 6ης Μαΐου στο Καρτιέ Λατέν οδήγησαν σε εκατοντάδες τραυματισμούς, ενώ υπενθυμίζει ότι τη νύχτα της 10ης Μαΐου, τη διάσημη «Νύχτα των Οδοφραγμάτων», σχεδόν 400 άνθρωποι νοσηλεύτηκαν, περισσότεροι από τους μισούς αστυνομικοί.
Αν υπάρχει μια φράση που έμεινε από τον Μάη του ’68, είναι εκείνη που συμπύκνωσε την ψυχή του: «Να είστε ρεαλιστές, ζητήστε το αδύνατο». Δεν ήταν απλώς σύνθημα. Ήταν δήλωση γενιάς. Οι φοιτητές δεν ζητούσαν μόνο καλύτερα πανεπιστήμια. Ζητούσαν να σπάσει η πειθαρχία της σιωπής, να αμφισβητηθεί η εξουσία του στρατηγού Ντε Γκωλ, να μπει στο κέντρο της πολιτικής η φαντασία, το σώμα, η ελευθερία, η καθημερινή ζωή.
Και τότε συνέβη κάτι που κανείς δεν είχε προβλέψει: οι εργάτες μπήκαν στο προσκήνιο. Στις 13 Μαΐου, μια τεράστια διαδήλωση πλημμύρισε το Παρίσι. Τα συνδικάτα κήρυξαν απεργίες. Μέσα σε λίγες ημέρες, εκατομμύρια εργαζόμενοι σε όλη τη Γαλλία απεργούσαν. Η φοιτητική σπίθα είχε γίνει κοινωνική πυρκαγιά. Η χώρα έμοιαζε να σταματά. Το κράτος του Ντε Γκωλ, που μέχρι τότε φαινόταν ακλόνητο, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μια κρίση νομιμοποίησης.
Υπήρξαν νεκροί στον συνολικό Μάη του ’68; Ναι, αλλά όχι στη «ματωμένη Δευτέρα» της 6ης Μαΐου. Οι πιο συχνά αναφερόμενοι θάνατοι συνδέονται με μεταγενέστερα επεισόδια στα τέλη Μαΐου, όχι με την πρώτη μεγάλη σύγκρουση των φοιτητών στο Καρτιέ Λατέν. Γι’ αυτό έχει σημασία η διάκριση: η 6η Μαΐου έμεινε «ματωμένη» λόγω της έκτασης της βίας, των τραυματιών και των συλλήψεων, όχι λόγω νεκρών.
Στην Ελλάδα, την ίδια περίοδο, η δικτατορία των συνταγματαρχών είχε ήδη επιβάλει σιωπή. Η λογοκρισία φίλτραρε τις εικόνες, τις λέξεις, τις ειδήσεις. Όπως σημειώνει ο Παντελής Κυπριανός στη μελέτη του για την πρόσληψη του Μάη του ’68 στην Ελλάδα, όταν ξέσπασαν τα γεγονότα στο Παρίσι, η Ελλάδα βρισκόταν υπό δικτατορία, οι ειδήσεις και οι εικόνες λογοκρίνονταν και ο γαλλικός Μάης παρουσιαζόταν συχνά επίσημα ως ταραχή «αναρχοκομμουνιστών».
Κι όμως, το μήνυμα πέρασε. Ίσως όχι από τις εφημερίδες. Ίσως όχι ανοιχτά. Πέρασε από στόμα σε στόμα, από βιβλία, από πολιτικές συζητήσεις, από φοιτητές που παρακολουθούσαν ό,τι συνέβαινε στην Ευρώπη. Η Ελλάδα της χούντας δεν μπορούσε να ζήσει τον Μάη του ’68 όπως τον έζησε η Γαλλία. Δεν υπήρχε ελεύθερος δημόσιος χώρος, δεν υπήρχαν ελεύθερα πανεπιστήμια, δεν υπήρχε πολιτική κανονικότητα. Υπήρχε φόβος, αστυνομία, στρατός, εξορίες, βασανιστήρια, απαγορεύσεις.
Ακριβώς γι’ αυτό, το μήνυμα του Παρισιού είχε άλλη βαρύτητα. Δεν ήταν αντιγραφή. Ήταν υπενθύμιση. Ότι η νεολαία μπορεί να αμφισβητήσει το αδύνατο. Ότι ένα πανεπιστήμιο μπορεί να γίνει πολιτικό γεγονός. Ότι η καταστολή δεν σβήνει πάντα την αντίσταση· μερικές φορές την κάνει πιο δυνατή.
Τον Φεβρουάριο του 1973, οι φοιτητές της Νομικής Σχολής Αθηνών κατέλαβαν το κτίριο της οδού Σόλωνος. Αφορμή ήταν το νομοθετικό διάταγμα της χούντας που επέτρεπε την ανάκληση των αναβολών στράτευσης φοιτητών που απείχαν από τα μαθήματά τους. Ο πραγματικός λόγος ήταν βαθύτερος: η ίδια η δικτατορία. Σύμφωνα με το ΕΚΠΑ, στις 21 Φεβρουαρίου 1973 περίπου 4.000 φοιτητές κατέλαβαν τη Νομική, ζητώντας ακαδημαϊκές ελευθερίες, πανεπιστημιακό άσυλο και ανάκληση των καταπιεστικών νόμων.
Η Νομική δεν ήταν το τέλος. Ήταν ο πρόλογος. Τον Μάρτιο ακολούθησε δεύτερη κατάληψη, με δεκάδες τραυματίες και συλλήψεις. Και τον Νοέμβριο του 1973 ήρθε το Πολυτεχνείο. Εκεί όπου το σύνθημα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία» έγινε η ελληνική εκδοχή μιας παγκόσμιας κραυγής. Όχι ίδιας με τον Μάη του ’68, αλλά συγγενικής. Γιατί και στις δύο περιπτώσεις, οι νέοι δεν ζητούσαν μόνο μεταρρυθμίσεις. Ζητούσαν ζωή χωρίς φόβο.
Η σχέση ανάμεσα στον γαλλικό Μάη και το ελληνικό φοιτητικό κίνημα δεν ήταν απλή γραμμή αιτίας και αποτελέσματος. Δεν έγινε ο Μάης στο Παρίσι και μετά, μηχανικά, η Νομική και το Πολυτεχνείο στην Αθήνα. Η ελληνική εξέγερση γεννήθηκε από τις ελληνικές συνθήκες: τη δικτατορία, την καταστολή, την υποχρεωτική στράτευση, την απουσία ελευθερίας. Όμως ο Μάης του ’68 λειτούργησε ως διεθνές παράδειγμα, ως φαντασιακό προηγούμενο, ως απόδειξη ότι η νεολαία μπορούσε να γίνει ιστορικό υποκείμενο. Ο Κυπριανός καταγράφει ακριβώς αυτή τη σύνθετη σχέση: όχι άμεση αιτιότητα, αλλά παρουσία, μνήμη, επιρροή, καθυστερημένη αφομοίωση.
Αυτό είναι ίσως το πιο επίκαιρο μήνυμα του Μάη. Ότι καμία εξέγερση δεν επαναλαμβάνεται αυτούσια. Κάθε χώρα, κάθε γενιά, κάθε πανεπιστήμιο έχει τη δική του πληγή και τη δική του γλώσσα. Στη Γαλλία του 1968, οι φοιτητές βγήκαν απέναντι στον γκωλισμό, στην αστυνομική βία, στην κοινωνική πειθαρχία. Στην Ελλάδα του 1973, οι φοιτητές βγήκαν απέναντι σε μια στρατιωτική δικτατορία.
Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η εικόνα παραμένει ίδια: νέοι άνθρωποι σε ταράτσες, αμφιθέατρα και δρόμους, με το σώμα τους απέναντι στην εξουσία. Στο Παρίσι, ανάμεσα σε δακρυγόνα και ξηλωμένα πεζοδρόμια. Στην Αθήνα, ανάμεσα σε ασφαλίτες, συλλήψεις και τελικά τα τανκς.
Η ματωμένη Δευτέρα του Παρισιού δεν έριξε τον Ντε Γκωλ εκείνη τη νύχτα. Ούτε ο Μάης του ’68 έγινε η επανάσταση που ονειρεύτηκαν οι πιο ριζοσπάστες του. Άλλαξε όμως τη γλώσσα της πολιτικής. Έδειξε ότι η νεολαία δεν ήταν διακοσμητικό στοιχείο της ιστορίας. Ήταν δύναμη που μπορούσε να τη διακόψει, να τη στρίψει, να την κάνει να ακουστεί αλλιώς.
Και στην Ελλάδα της χούντας, όπου όλα έμοιαζαν σφραγισμένα, αυτό το μήνυμα έφτασε σαν ψίθυρος. Μέχρι που έγινε φωνή. Στη Νομική. Και μετά, στο Πολυτεχνείο.