Τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής, η κυβέρνηση του Πακιστάν επιβεβαίωσε ότι εξαπέλυσε αεροπορικές επιδρομές στην πρωτεύουσα Καμπούλ καθώς και στις επαρχίες Κανταχάρ και Πάκτια του Αφγανιστάν. Τα πλήγματα πραγματοποιήθηκαν σε αστικές και στρατιωτικές θέσεις, σύμφωνα με επίσημες ανακοινώσεις από το Ισλαμαμπάντ.
Τουλάχιστον 133 νεκροί από τις πακιστανικές επιδρομές — σύμφωνα με Πακιστανούς αξιωματούχους — και περισσότεροι από 200 τραυματίες ανάμεσα σε μαχητές των Ταλιμπάν.
Οι εκρήξεις ήταν ισχυρές και ακούστηκαν σε πολλές συνοικίες της Καμπούλ, με μαχητικά και αντιαεροπορικά πυρά να γίνονται αντιληπτά από κατοίκους.
Οι βομβαρδισμοί αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατιωτικής επιχείρησης που το Πακιστάν χαρακτηρίζει «ανοικτό πόλεμο» εναντίον των δυνάμεων στο Αφγανιστάν. Η πακιστανική κυβέρνηση λέει ότι απαντά στις πρόσφατες επιθέσεις των Ταλιμπάν εναντίον πακιστανικών στρατιωτικών θέσεων στα σύνορα.
Παράλληλα, η de facto κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν δήλωσε ότι πραγματοποίησε νέες επιθέσεις εναντίον πακιστανικών στρατευμάτων, συνεχίζοντας τις συγκρούσεις μετά τους βομβαρδισμούς.
Αυτή η κλιμάκωση δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό — αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης σύγκρουσης ανάμεσα στο Αφγανιστάν και το Πακιστάν, με έντονες διασυνοριακές μάχες και αεροπορικές επιθέσεις, που έχουν ενταθεί από 21 Φεβρουαρίου 2026 και μετά.
Το Πακιστάν έχει ξεκινήσει τη λεγόμενη «Operation Ghazab Lil Haq», μια εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση με στόχο δυνάμεις των Ταλιμπάν και άλλων ενόπλων ομάδων σε τουλάχιστον πέντε αφγανικές επαρχίες.
Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών εξέφρασε βαθιά ανησυχία για την κλιμάκωση των διασυνοριακών συγκρούσεων, καλώντας τα εμπλεκόμενα μέρη να τηρήσουν το διεθνές δίκαιο και να προστατεύσουν τους αμάχους.
Παράλληλα, διεθνείς αναλύσεις επισημαίνουν ότι η σύγκρουση έχει ήδη προκαλέσει αιματηρές συγκρούσεις κατά μήκος των συνοριακών περιοχών και μπορεί να ενισχύσει μεγαλύτερες γεωστρατηγικές εντάσεις στην περιοχή.