Ένα νέο σήμα κινδύνου εκπέμπουν οι μετεωρολόγοι για το φαινόμενο El Niño, καθώς τα νεότερα προγνωστικά σενάρια δείχνουν αυξημένη πιθανότητα εμφάνισής του μέσα στο 2026. Η NOAA ανέφερε τον Απρίλιο ότι επικρατούν ουδέτερες συνθήκες ENSO, αλλά υπάρχει πιθανότητα 61% να εμφανιστεί El Niño την περίοδο Μαΐου-Ιουλίου 2026 και να διατηρηθεί έως το τέλος του έτους, ενώ το ενδεχόμενο ενός «πολύ ισχυρού» El Niño υπολογίζεται περίπου στο 1 προς 4.

Το ερώτημα δεν είναι πια αν η Γη θερμαίνεται. Είναι πόσο αντέχουν οι πόλεις, τα νοσοκομεία, τα δίκτυα ενέργειας, οι ηλικιωμένοι, οι εργαζόμενοι σε εξωτερικούς χώρους και οι τουριστικοί προορισμοί όταν η ακραία ζέστη παύει να είναι εξαίρεση και γίνεται επαναλαμβανόμενη κανονικότητα.

Advertisement
Advertisement

Οι επιστήμονες προειδοποιούν για ένα πιθανό «Super El Niño», το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα από τα θερμότερα καλοκαίρια που έχουν καταγραφεί ποτέ, με αυξημένο κίνδυνο ακραίων καιρικών φαινομένων, ξηρασίας, πυρκαγιών και σοβαρών πιέσεων στην παγκόσμια γεωργία.

Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή: ο όρος «Super El Niño» δεν είναι πάντα επίσημη μετεωρολογική κατηγορία με ενιαίο ορισμό. Η NOAA μιλά για πιθανότητα «very strong El Niño», δηλαδή πολύ ισχυρού El Niño, εφόσον συνεχιστούν συγκεκριμένες ατμοσφαιρικές και ωκεάνιες συνθήκες στον Ειρηνικό. Με απλά λόγια: το σενάριο υπάρχει, αλλά δεν έχει «κλειδώσει».

Τι μπορεί να σημαίνει για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, ένα ισχυρό El Niño δεν σημαίνει αυτόματα ότι κάθε περιοχή θα δει ιστορικό ρεκόρ θερμοκρασίας. Το φαινόμενο δρα κυρίως στον τροπικό Ειρηνικό και επηρεάζει την Ευρώπη πιο έμμεσα, μέσω αλλαγών στην ατμοσφαιρική κυκλοφορία, στη θέση των αντικυκλώνων και στα μοτίβα ξηρασίας ή υγρασίας.

Όμως η Ελλάδα μπαίνει σε αυτή την εξίσωση ήδη επιβαρυμένη. Η Ανατολική Μεσόγειος θεωρείται από τις πιο ευάλωτες περιοχές στην κλιματική κρίση, με περισσότερες και πιο παρατεταμένες θερμές εισβολές, θερμότερες νύχτες, ξηρότερα καλοκαίρια και αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιών.

Οι πιο άμεσες επιπτώσεις για τη χώρα θα μπορούσαν να είναι:

Πρώτον, μεγαλύτερη πίεση στη δημόσια υγεία. Η ζέστη δεν σκοτώνει μόνο όταν το θερμόμετρο δείχνει 45 ή 46 βαθμούς. Σκοτώνει όταν δεν πέφτει η θερμοκρασία τη νύχτα, όταν οι ηλικιωμένοι ζουν μόνοι, όταν τα σπίτια δεν έχουν επαρκή ψύξη, όταν τα νοσοκομεία γεμίζουν από καρδιοαναπνευστικά περιστατικά.

Advertisement

Δεύτερον, αυξημένος κίνδυνος πυρκαγιών. Οι υψηλές θερμοκρασίες, σε συνδυασμό με ξηρασία και ανέμους, μετατρέπουν δασικές και ημιαστικές ζώνες σε εύφλεκτο τοπίο. Αυτό αφορά ιδιαίτερα την Αττική, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, τη Ρόδο, την Κρήτη και περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Τρίτον, πίεση στον τουρισμό. Τα νησιά και οι μεγάλες πόλεις μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπα με ημέρες όπου η παραμονή σε εξωτερικούς χώρους γίνεται επικίνδυνη, ιδίως για επισκέπτες που περπατούν μεσημέρι, κάνουν πεζοπορίες ή δεν γνωρίζουν τους κινδύνους της θερμικής εξάντλησης.

Τέταρτον, επιβάρυνση σε αγροτική παραγωγή και νερό. Παρατεταμένη ζέστη σημαίνει μεγαλύτερη ανάγκη για άρδευση, στρες σε καλλιέργειες, απώλειες στην κτηνοτροφία και πίεση στα υδατικά αποθέματα.

Advertisement

Πέμπτον, ενεργειακό στρες. Οι καύσωνες αυξάνουν κατακόρυφα τη χρήση κλιματιστικών. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, κίνδυνο τοπικών βλαβών και μεγαλύτερο κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Πότε είχαμε τις πιο ακραίες θερμοκρασίες στην Ελλάδα

Η πιο εμβληματική ημερομηνία παραμένει η 10η Ιουλίου 1977. Τότε καταγράφηκαν 48,0 βαθμοί Κελσίου στην Αθήνα και στην Ελευσίνα, τιμή που για δεκαετίες θεωρούνταν το ρεκόρ ηπειρωτικής Ευρώπης. Ο Παγκόσμιος Μετεωρολογικός Οργανισμός αναφέρει ότι το προηγούμενο ρεκόρ της ηπειρωτικής Ευρώπης ήταν οι 48,0°C της 10ης Ιουλίου 1977 στις ελληνικές πόλεις Αθήνα και Ελευσίνα, πριν επιβεβαιωθεί το νέο ρεκόρ των 48,8°C στη Σικελία στις 11 Αυγούστου 2021.

Άλλη κομβική χρονιά ήταν το 1987, όχι τόσο για το απόλυτο θερμοκρασιακό ρεκόρ, όσο για τη φονικότητα του καύσωνα. Η Αθήνα έζησε τότε μια από τις χειρότερες αστικές θερμικές κρίσεις της Ευρώπης. Τα νοσοκομεία γέμισαν, οι νεκροθάλαμοι δεν επαρκούσαν και η πόλη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια υγειονομική εικόνα που σήμερα μοιάζει αδιανόητη.

Advertisement

Το ρεπορτάζ των ημερών ανέφερε ότι περισσότεροι από 650 άνθρωποι είχαν πεθάνει στην Αθήνα και τα περίχωρα από την έναρξη του καύσωνα στις 22 Ιουλίου, ενώ οι ελληνικές εφημερίδες της εποχής ανέβαζαν τον αριθμό των θυμάτων σε 650 έως 900, κυρίως ηλικιωμένους με αναπνευστικά και καρδιακά προβλήματα. Λίγες ημέρες αργότερα, το Reuters, μέσω Los Angeles Times, μετέδιδε ότι οι νεκροί είχαν ξεπεράσει τους 700, ενώ περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι είχαν εισαχθεί σε νοσοκομεία με προβλήματα που σχετίζονταν με τη ζέστη.

Σε νεότερες αναδρομές και μελέτες, ο απολογισμός του καύσωνα του 1987 αναφέρεται συχνά ως ακόμη βαρύτερος, με εκτιμήσεις που φτάνουν ή ξεπερνούν τους 1.300 νεκρούς σε όλη τη χώρα. Γι’ αυτό και ο καύσωνας του 1987 θεωρείται μέχρι σήμερα το πιο τραυματικό προηγούμενο για το τι μπορεί να συμβεί όταν μια μεγαλούπολη δεν είναι προετοιμασμένη για παρατεταμένη ακραία ζέστη.

Ο καύσωνας του 1987 και η πρώτη μεγάλη συζήτηση για την καύση των νεκρών

Εκείνη η κρίση είχε και μια άλλη, λιγότερο γνωστή, αλλά βαθιά αποκαλυπτική συνέπεια: έφερε για πρώτη φορά με ένταση στο δημόσιο προσκήνιο το ζήτημα της καύσης των νεκρών στην Ελλάδα.

Advertisement

Σύμφωνα με μελέτη στο Romanian Journal of Legal Medicine για το νομικό πλαίσιο της αποτέφρωσης στην Ελλάδα, το θέμα της καύσης επανήλθε το 1987, όταν ο τότε δήμαρχος Αθηναίων Μιλτιάδης Έβερτ έστειλε επιστολή στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, επειδή ο καύσωνας είχε προκαλέσει συσσώρευση σορών και ταχεία αποσύνθεσή τους λόγω της ζέστης.

Advertisement

Ήταν μια στιγμή όπου το ταμπού συνάντησε την ανάγκη. Η Αθήνα δεν συζητούσε τότε την καύση ως αφηρημένο δικαίωμα επιλογής ή ως ευρωπαϊκή πρακτική, αλλά ως απάντηση σε μια ακραία υγειονομική συνθήκη. Η πόλη είχε περισσότερους νεκρούς από όσους μπορούσε να διαχειριστεί.

Η σχετική νομοθετική διαδρομή άργησε πολύ. Η ίδια μελέτη αναφέρει ότι η καύση για όσους η θρησκεία τους την επιτρέπει νομοθετήθηκε το 2006, με τον νόμο 3448/2006, ενώ ακολούθησαν μεταγενέστερες ρυθμίσεις και διοικητικές πράξεις.

Το μάθημα για το 2026

Advertisement

Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 1987. Υπάρχουν κλιματιζόμενοι χώροι, σχέδια πολιτικής προστασίας, προειδοποιήσεις από την ΕΜΥ, το 112, καλύτερη ενημέρωση, περισσότερα δεδομένα και μεγαλύτερη εμπειρία.

Αλλά υπάρχουν και νέες ευαλωτότητες: γηρασμένος πληθυσμός, πυκνοδομημένες πόλεις, ενεργειακή φτώχεια, τουριστική υπερσυγκέντρωση σε περιόδους αιχμής, δασικές περιοχές ήδη πιεσμένες από αλλεπάλληλες πυρκαγιές και ένα κλίμα που δεν επιστρέφει στο παλιό του «κανονικό».

Το ενδεχόμενο ενός ισχυρού El Niño δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μακρινή είδηση από τον Ειρηνικό. Για την Ελλάδα, είναι μια υπενθύμιση ότι οι καύσωνες δεν είναι απλώς μετεωρολογικά επεισόδια. Είναι κρίσεις δημόσιας υγείας, πολιτικής προστασίας, ενέργειας, εργασίας, τουρισμού και κοινωνικής συνοχής.

Το 1987 έδειξε τι συμβαίνει όταν η ζέστη αιφνιδιάζει μια πόλη. Το 2026 θα δείξει αν μάθαμε να μην αιφνιδιαζόμαστε.