Το ταξίδι του Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα και η συνάντησή του με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο ήταν από εκείνες τις στιγμές που σκηνοθετούνται για να δείξουν σταθερότητα σε έναν κόσμο που μοιάζει να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Οι δύο ηγέτες μίλησαν για συνεργασία, εμπόριο, Ιράν, τεχνολογία, φαιντανύλη και Ταϊβάν. Αλλά πίσω από τις τελετές, τα δείπνα και τη γλώσσα περί «στρατηγικής σταθερότητας», τα διεθνή μέσα ενημέρωσης διαβάζουν μια πιο σύνθετη εικόνα: Ουάσινγκτον και Πεκίνο θέλουν να αποφύγουν την ανεξέλεγκτη σύγκρουση, χωρίς όμως να έχουν λύσει τα βασικά τους προβλήματα.
Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο, η πρώτη Αμερικανού προέδρου στην Κίνα εδώ και σχεδόν εννέα χρόνια, είχε εξαρχής βαρύ συμβολισμό. Ο Σι Τζινπίνγκ υποδέχθηκε τον Αμερικανό πρόεδρο με το μήνυμα ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα πρέπει να είναι «εταίροι, όχι αντίπαλοι», ενώ οι δύο πλευρές μίλησαν για μια σχέση «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας». Η φράση αυτή κυριάρχησε ιδιαίτερα στα κινεζικά κρατικά μέσα, που παρουσίασαν τη συνάντηση ως απόδειξη ότι το Πεκίνο μπορεί να θέσει το πλαίσιο μιας πιο προβλέψιμης σχέσης με την Ουάσινγκτον.
Ωστόσο, η εικόνα της συναίνεσης είχε γρήγορα τα όριά της. Το ζήτημα της Ταϊβάν επανήλθε ως η πιο επικίνδυνη γραμμή ρήξης. Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα, ο Σι προειδοποίησε τον Τραμπ ότι η κακή διαχείριση του θέματος μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε σύγκρουση. Το μήνυμα αυτό προβάλλεται από τα περισσότερα μέσα ως η ουσιαστική υπενθύμιση ότι, παρά τη θερμή γλώσσα της συνάντησης, η Κίνα δεν υποχωρεί στα θέματα που θεωρεί πυρήνα της κυριαρχίας της.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κάλυψη κινήθηκε ανάμεσα στην ανάγκη του Τραμπ να εμφανίσει διπλωματικό αποτέλεσμα και στην αμφιβολία για το πόσο ουσιαστικό ήταν αυτό το αποτέλεσμα. Το Associated Press έδωσε έμφαση στην προειδοποίηση του Σι για την Ταϊβάν και στο γεγονός ότι στόχος της συνόδου ήταν κυρίως η σταθεροποίηση της σχέσης. Το CNN, πριν από τη συνάντηση, πλαισίωνε το ταξίδι μέσα από την πίεση που δεχόταν ο Τραμπ στο εσωτερικό, λόγω οικονομίας, πληθωρισμού και πολέμου με το Ιράν. Η αμερικανική ανάγνωση, με άλλα λόγια, δεν ήταν θριαμβευτική: ο Τραμπ πήγε στο Πεκίνο αναζητώντας πολιτικό και οικονομικό χώρο αναπνοής.
Τα ευρωπαϊκά μέσα στάθηκαν περισσότερο στη μεγάλη εικόνα: εμπόριο, Ταϊβάν, Ιράν και τεχνολογία. Οι Financial Times είδαν μια επίσκεψη όπου η επιχειρηματική ατζέντα, με την παρουσία κορυφαίων στελεχών όπως των Apple, Tesla και Nvidia, συνυπήρχε με την κινεζική τελετουργία ισχύος. Το ίδιο μέσο σημείωσε ότι δεν υπήρξαν μεγάλες ανακοινώσεις που να αλλάζουν θεαματικά το εμπορικό τοπίο. Ο Guardian εστίασε στην προειδοποίηση του Σι για την Ταϊβάν, αλλά και στην προσπάθεια των δύο πλευρών να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους σε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων.
Δείτε ΕΔΩ όλο το αφιέρωμα της HuffPost για την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο
Στη Μέση Ανατολή, η προσοχή μετατοπίστηκε κυρίως στο Ιράν και στο Στενό του Ορμούζ. Το Al Jazeera ανέδειξε το ζήτημα της Ταϊβάν, αλλά μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο παγκόσμιας αστάθειας, όπου η Ουάσινγκτον αναζητά από το Πεκίνο ρόλο συγκράτησης. Το Anadolu παρουσίασε τη συνάντηση ως συμφωνία για ένα νέο όραμα «στρατηγικής σταθερότητας», αλλά σημείωσε επίσης την κινεζική προειδοποίηση ότι ΗΠΑ και Κίνα έχουν να χάσουν από την αντιπαράθεση. Για τα μέσα της περιοχής, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συμφώνησαν Τραμπ και Σι, αλλά αν η Κίνα θα χρησιμοποιήσει την επιρροή της ώστε να περιορίσει την ένταση γύρω από το Ιράν και τις ενεργειακές ροές.
Στην Ασία, η ανάγνωση ήταν πιο πρακτική και πιο ανήσυχη. Το South China Morning Postπαρατήρησε ότι οι δύο πλευρές είπαν ουσιαστικά δύο διαφορετικές ιστορίες για την ίδια συνάντηση: η Ουάσινγκτον εστίασε στο εμπόριο, τη φαιντανύλη και το Ιράν, ενώ το Πεκίνο έδωσε προτεραιότητα στην Ταϊβάν, στη σταθεροποίηση των διμερών σχέσεων και στα θετικά σχόλια του Τραμπ για τον Σι. Οι Straits Times μίλησαν για θερμό τόνο, αλλά και για μια σύνοδο όπου το εμπόριο και η σταθερότητα κυριάρχησαν χωρίς να εξαφανίσουν τις διαφωνίες.
Η κινεζική κάλυψη ήταν η πιο αισιόδοξη και η πιο ελεγχόμενη πολιτικά. Το CGTN και οι Global Times πρόβαλαν την έννοια της «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας» ως νέο πλαίσιο για τις σχέσεις Κίνας – ΗΠΑ. Η κινεζική αφήγηση επιμένει ότι οι δύο χώρες μπορούν να ανταγωνιστούν με όρια, να συνεργαστούν όπου έχουν κοινά συμφέροντα και να αποφύγουν μια μετωπική σύγκρουση. Στην πράξη, όμως, αυτή η γλώσσα λειτουργεί και ως διπλωματικό μήνυμα προς την Ουάσινγκτον: το Πεκίνο θέλει προβλεψιμότητα, αλλά όχι αμερικανική πίεση στην Ταϊβάν, στην τεχνολογία και στις επενδύσεις.
Το βασικό αποτέλεσμα της επίσκεψης, όπως το διαβάζουν τα μεγάλα μέσα, είναι λοιπόν μια συμφωνία επί της διαδικασίας, όχι μια μεγάλη συμφωνία επί της ουσίας. Οι δύο ηγέτες εμφανίστηκαν να συμφωνούν ότι πρέπει να διατηρηθούν ανοιχτοί οι δίαυλοι, να αποφευχθεί η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση και να συνεχιστούν οι συνομιλίες για εμπόριο, επενδύσεις, ενέργεια και ασφάλεια. Δεν προέκυψε όμως μια καθαρή λύση για την Ταϊβάν, ούτε μια θεαματική εμπορική συμφωνία, ούτε οριστική απάντηση για τον ρόλο της Κίνας στην κρίση με το Ιράν.
Με απλά λόγια, η επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα ήταν επιτυχημένη ως εικόνα και προσεκτική ως διπλωματική κίνηση, αλλά περιορισμένη ως αποτέλεσμα. Έδειξε ότι Ουάσινγκτον και Πεκίνο γνωρίζουν πως η σύγκρουση θα ήταν πολύ ακριβή για όλους. Έδειξε επίσης ότι κανείς από τους δύο δεν είναι έτοιμος να κάνει τις παραχωρήσεις που θα μετέτρεπαν τη «στρατηγική σταθερότητα» από σύνθημα σε πραγματική αλλαγή πορείας.
Συμπέρασμα:
Το ταξίδι δεν έκλεισε τα μεγάλα μέτωπα. Τα πάγωσε προσωρινά. Και αυτό, σε μια εποχή όπου η Ταϊβάν, το Ιράν, η ενέργεια, η τεχνολογία και το παγκόσμιο εμπόριο συμπλέκονται, ίσως είναι ακριβώς το μέγιστο που μπορούσε να παραχθεί από μια τέτοια συνάντηση: όχι ειρήνη, όχι συμφωνία, αλλά μια ελεγχόμενη παύση ανάμεσα