ΤΟ BLOG
10/06/2018 07:50 EEST | Updated 10/06/2018 07:57 EEST

Αγώνας δρόμου για το φύλλο συκής…

Ognen Teofilovski / Reuters

Όποια άλλη πολιτική σκοπιμότητα και αν υπηρετεί για την ελληνική πλευρά η ανάδειξη του μακεδονικού ζητήματος σε μείζον θέμα σε αυτή τη συγκυρία, γεγονός είναι ότι το ζήτημα αυτό αντικειμενικά υφίσταται και χρονολογείται στην πιο πρόσφατη φάση του από το 1991.

Υπάρχει δηλαδή διαφωνία μεταξύ Ελλάδας και ΦΥΡΟΜ ως προς το όνομα της εν λόγω χώρας από τη στιγμή που έπαψε να είναι Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας στην πρώην Γιουγκοσλαβία και έγινε ανεξάρτητο κράτος, ως προς συγκεκριμένα άρθρα του συντάγματός της που αποπνέουν αλυτρωτική ιδεολογία, αλλά και ως προς συγκεκριμένες πρακτικές (ονοματοδοσία δημόσιων χώρων, σχολικά βιβλία, σύμβολα κλπ.) οι οποίες αποτελούν εκφράσεις του σλαβομακεδονικού αλυτρωτισμού. Το ερώτημα είναιαν η ελληνική πλευρά, που ανέλαβε την πρωτοβουλία διευθέτησης της εκκρεμότητας αυτής, ενδιαφέρεται για την επίλυση του ζητήματος, ή αν απλώς το χρησιμοποιεί για άλλους σκοπούς (εσωτερικούς και εξωτερικούς). Λόγω του ιστορικού του βάθους το ζήτημα δεν είναι απλό, και επομένως ούτε η λύση του μπορεί να είναι εύκολη. Γι αυτό και όταν ο γλωσσολόγος Γ. Μπαμπινιώτης, από τους καλύτερους γνώστες της γλωσσικής πτυχής του θέματος αυτού, εκφράζεται δημόσια, με σκοπό να ενισχύσει τα επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς στη διαπραγμάτευση, θα περίμενε κανείς από την ελληνική διαπραγματευτική ομάδα να μελετήσει τα επιχειρήματα που παραθέτει, αντί να αποφαίνεται για τις ικανότητές του στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Ας γίνει, επί τέλους, αντιληπτό ότι δεν είναι τα πάντα ζήτημα πολιτικής βούλησης και επικοινωνιακής τεχνικής, υπάρχει και η γνώση στη μέση.

Το πρόβλημα με το όνομα και το σύνταγμα του γειτονικού κράτους δεν αφορά κανέναν άλλον από εκείνους που αποδέχονται και τα δύο, αλλά μόνον την Ελλάδα. Όχι επειδή η Ελλάδα είναι περίεργη και «εθνοκεντρική», όπως πρόχειρα αποφαίνονται κάποιοι, αλλά επειδή στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις διαχρονικά εκτιμούσαν ότι τόσο η λέξη «Μακεδονία» ως προσδιοριστικό του ονόματος, όσο και οι πρόνοιες του συντάγματος του κράτους αυτού, σε συνδυασμό με τις πρακτικές, και ειδικά τις εκπαιδευτικές πρακτικές, στις οποίες απολήγουν, δημιουργούν στην Ελλάδα προβλήματα, παροντικά και μελλοντικά, με δεδομένη (α) την ιστορία του τελευταίου αιώνα, (β) την κρατική ιδεολογία της γειτονικής χώρας που καθιερώθηκε και ισχύει μετά την ανεξαρτησία της και παρά την ενδιάμεση συμφωνία με την Ελλάδα (1995), η οποία προπαγανδίζει μακεδονική εθνότητα, διάφορη της ελληνικής, και αντίστοιχους πληθυσμούς σε βάθος ιστορικού χρόνου μέχρι την αρχαιότητα σε τμήμα της ελληνικής επικράτειας που ονομάζεται εδώ και χιλιετίες Μακεδονία.

Για την Ελλάδα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, Μακεδόνας σημαίνει εθνοτικά Έλληνας που ζει ή προέρχεται από τη βόρεια Ελλάδα, και συγκεκριμένα από την περιοχή της Μακεδονίας. Για τη ΦΥΡΟΜ Μακεδόνας σημαίνει εθνοτικά μη-Έλληνας, κάτοικος περιοχών είτε της ΦΥΡΟΜ, είτε εντός ελληνικών, βουλγαρικών και αλβανικών συνόρων, είτε της διασποράς.

Από τη σκοπιά της ΦΥΡΟΜ η Μακεδονία είναι μία και ενιαία, η μεγάλη Μακεδονία που περιλαμβάνει τη Μακεδονία του Βαρδάρη, την Αιγαιακή Μακεδονία, τη Μακεδονία του Πιρίν και την αλβανική Μακεδονία. Επομένως, υπάρχουν περιοχές της Μακεδονίας που βρίσκονται έξω από την επικράτεια του μακεδονικού κράτους. Εκεί ζουν μακεδονικές μειονότητες (εθνοτικά μη-Έλληνες, μη-Βούλγαροι, μη-Αλβανοί) που υποτίθεται ότι καταπιέζονται ως προς τα μειονοτικά τους δικαιώματα και χρειάζονται προστασία. Η ιδεολογία αυτή ακούει στο όνομα «Ίλιντεν»και στην Ελλάδα την έχουμε ξανακούσει από τις διδαχές του ΚΚΕ σε όλη την περίοδο του Μεσοπολέμου και την έχουμε ξαναδεί το 1943-44 και το 1946-49 στην πράξη, ακριβώς με τους ίδιους όρους. Ο καθένας μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει αν ανατρέξει στα κείμενα του ΚΚΕ, του ΣΝΟΦ και του ΝΟΦ. Διότι κατά κάποιον τρόπο το 1903 επαναλήφθηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και μετά, στα πλαίσια του εμφυλίου - δηλαδή της κομμουνιστικής εξέγερσης και της στρατιωτικής της αντιμετώπισης – όχι εναντίον του οθωμανικού, αλλά εναντίον του ελληνικού κράτους.

Το ότι το δεύτερο Ίλιντεν μέσα στην ελληνική επικράτεια, με στόχο τη συρρίκνωσή της, απέτυχε, δεν εμπόδισε την επιτυχία του εκτός συνόρων, όταν ο Τίτο, εκμεταλλευόμενος μια συγκυριακή πολιτικο-στρατιωτική αδυναμία της Βουλγαρίας η οποία το 1944 εγκατέλειψε τα εδάφη της σημερινής ΦΥΡΟΜ που της είχε παραχωρήσει ο Άξονας, ανακήρυξε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, ως πρώτο σταθμό σε μια προοπτική ενσωμάτωσης σε αυτήν της Μακεδονίας του Πιρίν και της Μακεδονίας του Αιγαίου.

Τα σχέδια του Τίτο αναφορικά με τη Μεγάλη Μακεδονία απέτυχαν (α) εξ αιτίας της ήττας της κομμουνιστικής εξέγερσης στην Αθήνα το Δεκέμβρη του 1944 και του γενικευμένου εμφυλίου (1946-1949), και (β) εξ αιτίας της ρήξης του με τον Στάλιν το καλοκαίρι του 1948. Από τότε μέχρι το 1991, ο μεγαλοϊδεατισμός του Τίτο συντηρεί το μακεδονικό, αλλά σε χαμηλή φλόγα. Η αναζωπύρωση του ζητήματος θα έρθει μετά την κατάρρευση του τιτοϊκού οικοδομήματος το 1991 και τη δημιουργία εθνικών κρατών και των αντίστοιχων ταυτοτήτων στη θέσης της βραχύβιας «γιουγκοσλαβικής».

Έχουν παρέλθει 27 χρόνια από την τελευταία αυτή τομή και 23 από την ενδιάμεση συμφωνία, χωρίς να έχει σημειωθεί ιδιαίτερη πρόοδος μεταξύ Ελλάδας-Σκοπίων τόσο στο ονοματολογικό, όσο και στο θέμα των συνταγματικών ρυθμίσεων που αφορούν τον αλυτρωτισμό. Η μη-λύση της εκκρεμότητας δεν εμπόδισε πολλές χώρες να αναγνωρίσουν το κράτος αυτό με το όνομα Μακεδονία και να μην ενοχλούνται από τις αλυτρωτικές συνταγματικές πρόνοιες. Αυτό ήταν αναμενόμενο. Για ποιο λόγο, άλλωστε, να μπει μια τρίτη χώρα στη θέση της Ελλάδας και να δει τα πράγματα από την ελληνική σκοπιά, όταν τα εθνικά της συμφέροντα – οικονομικά και γεωπολιτικά – κινούνται προς άλλες κατευθύνσεις. Για λόγους που σχετίζονται με τους διεθνείς ανταγωνισμούς για την εξασφάλιση ζωνών επιρροής στα Βαλκάνια, η Δύση, κυρίως μέσω των ΗΠΑ και της Γερμανίας, ασκεί πιέσεις στις δύο χώρες να «συμβιβαστούν».  Να συμφωνήσουν σε μια λύση τέτοια που να υπηρετεί πρωτίστως τους δικούς τους σχεδιασμούς και ταυτόχρονα τα συμφέροντα των δύο εμπλεκόμενων χωρών. Για τους δικούς τους λόγους – για τη ΦΥΡΟΜ οι λόγοι είναι ξεκάθαροι, για την Ελλάδα λιγότερο – οι σημερινές κυβερνήσεις στις δύο χώρες επιχειρούν έναν συμβιβασμό. Αν βρεθεί ή όχι κοινός τόπος μεταξύ τους, θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από το πόσο θα υποχωρήσει η ελληνική πλευρά,διότι η ΦΥΡΟΜ αποκλείεται – είναι απλά πολιτικά ανέφικτο - να υποχωρήσει σε δύο θέματα κατοχυρωμένα στο σημερινό σύνταγμά της: τη μακεδονική εθνότητα, εντός και εκτός Σκοπίων, και τη μακεδονική γλώσσα. Το μόνο σημείο στο οποίο αναμένεται ίσως να υποχωρήσει είναι η προσθήκη ενός επιθετικού προσδιορισμού (γεωγραφικού ή άλλου) στο ουσιαστικό Μακεδονία, το οποίο δεν κοστίζει ιδιαίτερα, εφόσον θα είναι εκ των πραγμάτων μια προσωρινή κατάσταση μέχρι τα πράγματα να ισορροπήσουν σχετικά γρήγορα στο όνομα Μακεδονία.

Για την ελληνική πλευρά, έτσι όπως αυτή συγκροτείται σήμερα, υπάρχουν δύο κίνητρα να ρισκάρει έναν ετεροβαρή συμβιβασμό. Το ένα είναι η καθιέρωση του αφηγήματος μιας επιτυχίας διεθνούς εμβέλειας, δηλαδή της επίλυσης ενός μακροχρόνιου προβλήματος, κάτι αντίστοιχο με αυτό που είχαν κατά νου όσοι υποστήριζαν την αποδοχή του σχεδίου Ανάν για την Κύπρο. Το άλλο σχετίζεται με την ενδυνάμωση του «αντι-εθνοκεντρικού» προφίλ μιας Αριστεράς που έχει μπλέξει με την υλοποίηση καθόλου αριστερών πολιτικών προγραμμάτων, δηλαδή με την υπέρβαση του υποτιθέμενου ελληνικού κρατικού εθνικισμού (ως προς αυτό η χρήση του όρου «εθνίκια» από επίσημα χείλη για όσους διαδηλώνοντας εκφράζουν αντιρρήσεις στην κυβερνητική πρόταση δεν είναι καθόλου τυχαία). Το επιχείρημα εδώ είναι ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αλυτρωτισμός ενσωματωμένος στο σκοπιανό σύνταγμα, ούτε υπάρχει κάποιος κίνδυνος από την αναγνώριση μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας και ότι όλες αυτές οι ανησυχίες καλλιεργούνται σκοπίμως στο κοινό από φορείς του εθνολαϊκισμού.

Αν, όμως, αυτή είναι η «φιλοσοφία» της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας, τότε η όλη διαπραγμάτευση γίνεται για ένα φύλλο συκής, δηλαδή για έναν συμβιβασμό σε κάποιο προσωρινό όνομα, αν είναι δυνατόν ακαταλαβίστικο για τον μέσο Έλληνα (Gorna, Severna, Nova κλπ), με το οποίο υποτίθεται ότι θα υποχρεωθούν όλοι να ονομάζουν τη χώρα αυτή (χωρίς να το μεταφράζουν στη δική τους γλώσσα…) για να μην ενοχλούνται οι Έλληνες από το σημαίνον.

Το αναζητούμενο φύλλο συκής ακόμη δεν έχει βρεθεί, για τον απλό λόγο ότι η άλλη πλευρά γνωρίζει ότι το φύλλο αυτό στην πράξη μπορεί να γίνει τσιγαρόχαρτο μέσω των πιθανών υποχωρήσεων της ελληνικής πλευράς. Γνωρίζουν ότι από την πλευρά της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας στην παρούσα συγκυρία, λόγω ιδεολογικής συγκρότησης, δεν υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις επί της ουσίας του ζητήματος. Οι διαπραγματευτές των Σκοπίων παίζουν το παιχνίδι που θα έπαιζε κάθε παίκτης, όταν γνωρίζει ότι ο απέναντι στο τέλος θα ενδώσει και θα δεχθεί κάποια λιγότερο γι αυτόν ελκυστική πρόταση. Ερμηνεύουν ότι η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα δεν αγωνιά τόσο για την ουσία του ζητήματος, αλλά κυρίως για την επικοινωνιακή διαχείριση του συμβιβασμού. Ζητά απλά ένα καλό πρόσχημα για να αντιμετωπίσει τον εγχώριο “εθνολαϊκισμό”.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που εμπλέκονται στη συγκεκριμένη διαπραγμάτευση, όπως λ.χ. το ελληνικό χρέος ή η στήριξη στα ελληνο-τουρκικά. Το τελικό όμως κριτήριο για την αποδοχή ενός (αδιαφανούς κατά προτίμηση, αλλά στην ανάγκη ακόμη και διαφανούς) φύλλου συκής για την ελληνική πλευρά είναι ένα: η λύση να μπορεί να μεταφραστεί σε μια ανέφελη παράταση της κυβερνητικής θητείας και στη διασφάλιση ενός πρωταγωνιστικού ρόλου στο μετεκλογικό τοπίο. Από αυτή την εκτίμηση θα εξαρτηθεί αν έχουμε ή όχι τον πολυπόθητο συμβιβασμό.

Μαντείο των Δελφών δεν υπάρχει πια για να αποτολμήσει μια πρόβλεψη ως προς αυτό, και η ιερή βελανιδιά στη Δωδώνη έχει ξεραθεί. Υπάρχουν, όμως, οι εμπειροτέχνες μάντεις της πολιτικής που θα προσφέρουν τις εκτιμήσεις τους στους αρμοδίους. Από αυτούς τους μάντεις θα εξαρτηθεί τελικά αν βρεθεί και τι μορφή θα έχει το φύλλο συκής. Οποιο κι αν είναι πάντως, μπορούμε να φανταστούμε τι θα γράφει πάνω: μη μας παρεξηγείτε, η ευθύνη για την αδαμιαία περιβολή βαρύνει τους προηγούμενους...