ΔΙΕΘΝΕΣ
01/08/2021 08:10 EEST

Εκτοξεύεται ο αριθμός αιτήσεων ασύλου επί ημερών Σι Τζινπίνγκ

Ολοένα και περισσότεροι Κινέζοι τρέπονται σε φυγή στο εξωτερικό.

Nir Elias via Reuters
Ουιγούροι μουσουλμάνοι προσεύχονται σε τέμενος στην επαρχία Xinjiang 5/8, 2008. REUTERS/Nir Elias (CHINA)

Η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας ενθαρρύνει τους πολίτες της να ταξιδεύουν και να εργάζονται στο εξωτερικό. Η χώρα αποτελεί τη μεγαλύτερη «δεξαμενή» τουριστών στην υφήλιο. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλοι λόγοι δυνάμεις που παρακινούν τους Κινέζους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Στη δεκαετία του 1960, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν την Πολιτιστική Επανάσταση της Κίνας. Καθώς η χώρα σταθεροποιήθηκε, ο αριθμός αυτός μειώθηκε. Ωστόσο επτά δεκαετίες μετά τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες, η οποία υπογράφηκε στις 28 Ιουλίου 1951 και καθορίζει τα δικαιώματα των ατόμων που λαμβάνουν άσυλο, ο αριθμός αυξάνεται ραγδαία εκ νέου.

Μεταξύ του 2012 ως το 2020, ο ετήσιος αριθμός αιτούντων άσυλο από την Κίνα αυξήθηκε από 15.362 σε 107.864, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR). Από τότε που ο Xi Jinping ανέλαβε την εξουσία στα τέλη του 2012, 613.000 Κινέζοι υπήκοοι υπέβαλαν αίτηση ασύλου σε άλλη χώρα. Περίπου το 70% από αυτούς ζήτησε άσυλο στην Αμερική το 2020. Πολλοί Κινέζοι φτάνουν με τουριστική ή επαγγελματική βίζα και στη συνέχεια υποβάλλουν αίτηση ασύλου. Οι βίζες διάρκειας 10 ετών για Κινέζους υπηκόους που εισήχθησαν το 2014, διευκόλυναν τη ροή των Κινέζων στην Αμερική, λέει ο Yun Sun του Stimson Center, μιας δεξαμενή σκέψης με έδρα την Ουάσινγκτον.

Βασανίστηρια, στειρώσεις και πλύσεις εγκεφάλου σε κρατούμενους

Η προαναφερθείσα αύξηση συνέπεσε χρονικά με την ανάληψη της εξουσίας από τον Σι. Κυβερνά την Κίνα με μια... μέγκενη που κάθε χρόνο που περνά γίνεται ολοένα πιο σφιχτή. Οι Ουιγούροι και άλλες τουρκικές μειονότητες αισθάνονται περισσότερη καταπίεση. Από το 2017 τουλάχιστον 1 εκατομμύριο άτομα από αυτές τις μειονότητες έχουν κρατούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σύμφωνα με πρώην κρατούμενους και την ανάλυση δορυφορικών εικόνων, οι κρατούμενοι υφίστανται βασανιστήρια, εξαναγκασμένες στειρώσεις και πλύση εγκεφάλου. Όσοι βρίσκονται εκτός των καταυλισμών ζουν υπό σχεδόν συνεχή παρακολούθηση. Μερικοί μάλιστα έχουν αναγκαστεί να εργαστούν σε εργοστάσια διάσπαρτα σε άλλα μέρη της Κίνας. Εκατοντάδες, πιθανώς χιλιάδες, έχουν δραπετεύσει στο εξωτερικό.

via Associated Press
Προβολή σε γιγαντοοθόνη του Προέδρου Σι Τζινπινγκ σε gala show για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του κομμουνιστικού κόμματος της Κίνας.

 Το 2019 η Σουηδία άρχισε να χορηγεί αυτόματα καθεστώς ασύλου σε τουρκικές μειονότητες από το Σινγιάνγκ, αν και μόνο μερικές δεκάδες άτομα από την Κίνα οποιασδήποτε εθνικότητας, υποβάλλουν αίτηση ασύλου στη χώρα κάθε χρόνο. Η Αμερική δεν δημοσιεύει στοιχεία με βάση την εθνικότητα, αλλά το 2019, 7.478 Κινέζοι έλαβαν άσυλο στις ΗΠΑ, περισσότεροι από οποιαδήποτε άλλη εθνικότητα. Οι αιτούντες άσυλο είναι άτομα που κάνουν το αίτημά τους αφού έχουν ήδη φτάσει στην Αμερική. Οι πρόσφυγες υποβάλλουν την αίτηση για είσοδο ενόσω βρίσκονται ακόμα εκτός της χώρας και ο αριθμός τους, σε αντίθεση με τους αιτούντες άσυλο, περιορίζεται από κυβερνητικά πλαφόν.

Διώξεις και συλλήψεις δικηγόρων και ακτιβιστών στην περίφημη «καταστολή 709»  

Η πλειονότητα των Κινέζων αιτούντων άσυλο είναι ο Χαν, μια εθνική ομάδα που αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 90% του πληθυσμού. Παρόλο που δεν υπόκεινται σε φυλετικές διώξεις, έχουν δει επίσης να μειώνονται οι ελευθερίες τους από το 2012. Το 2015, 248 δικηγόροι και ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνελήφθησαν και ανακρίθηκαν από την αστυνομία σε μια επιχείρηση που έγινε γνωστή ως «καταστολή 709» (πήρε την ονομασία της από την ημερομηνία της αρχής της εκστρατείας, 9 Ιουλίου). Παρόλο που μόνο σε μια χούφτα απ′ αυτούς απαγγέλθηκαν επισήμως κατηγορίες, η δίωξη αυτή ερμηνεύτηκε ευρέως ως ένας οιωνός από τον κ. Σι ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί την παραμικρή εναντίωση. Τα τελευταία χρόνια έχουν συλληφθεί επίσης μέλη ξένων και εγχώριων ΜΚΟ, φεμινιστικών οργανώσεων και εκκλησιών. Είναι «δύσκολο να γενικεύσουμε» τους Κινέζους αιτούντες άσυλο στην Αμερική, σημειώνει η κυρία Sun, αλλά μια ποικιλία παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων οδήγησε τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τη χώρα τους. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναφερθεί αυξανόμενος αριθμός Κινέζων που διασχίζουν τα σύνορα στην Αμερική από το Μεξικό, αν και αυτός αντιπροσωπεύει μόνο ένα μικρό μερίδιο του συνολικού αριθμού ασύλων.

 

Anadolu Agency via Getty Images
Ανδρες ειδικής δύναμης της αστυνομίας κάνει έλεγχο σε διαδηλωτές στο Χονγκ Κονγκ (1/10/2021)

 Η ατμόσφαιρα στο Χονγκ Κονγκ, το οποίο τυπικά τελεί υπό την κυριαρχία της Κίνας από το 1997, είναι έκρυθμη. Αλλά ο αριθμός των ατόμων που από κει ζητούν άσυλο σε άλλες χώρες σπάνια φτάνει τριψήφιο αριθμό. Μόνο μία φορά, το 2019, χρονιά κατά την οποία η πόλη καταστράφηκε από βίαιες συγκρούσεις διαδηλωτών με την αστυνομία, ο αριθμός τους ξεπέρασε τους 200. Αυτό συμβαίνει επειδή οι πολίτες του Χονγκ Κονγκ που θέλουν να μεταναστεύσουν τείνουν να έχουν πιο απλές διεξόδους. Είναι συνήθως πλούσιοι και μορφωμένοι και πολλές χώρες τους υποδέχονται με ανοιχτές αγκάλες. Η Αυστραλία προσφέρει ανοιχτόχερα βίζες στους πολίτες του Χονγκ Κονγκ που βρίσκονται ήδη στη χώρα και η Βρετανία παρέχει στους πρώην αποικιοκράτες της μια εύκολη διαδικασία προς την πλήρη ιθαγένεια. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου του2021, τους πρώτους δύο μήνες της έναρξης της διαδιακασίας, 34.000 κάτοικοι του Χονγκ Κονγκ υπέβαλαν αίτηση για να έρθουν στη Βρετανία.

Αλλά για όσους μένουν στην ηπειρωτική Κίνα και θέλουν να ξεφύγουν, ο δρόμος είναι πιο ακανθώδες. Ειδικά για τους Ουιγούρους, η εγκατάλειψη της Κίνας ή η οποιαδήποτε επαφή με ξένες χώρες μπορεί να θέσει τις οικογένειές τους σε κίνδυνο. Ενώ και οι επίδοξοι μετανάστες αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα χρήματος, γλώσσας και συνόρων που εμποδίζουν τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ο κ. Σι, ο οποίος φρόντισε για την κατάργηση των ορίων για την προεδρία του, καθώς μεγαλώνει, δεν δείχνει σημάδια χαλάρωσης. Συνεπώς, ο αριθμός των Κινέζων αιτούντων άσυλο μοιάζει σχεδόν βέβαιο πως θα συνεχίσει να αυξάνεται.

Πηγή: Τhe Economist