Ο Νεοέλληνας αρχίζει να σκέπτεται μόνο με συννεφιά.
|
Patchareeporn Sakoolchai via Getty Images

Το καλοκαιράκι βιάζεται να την “κάνει” πριν την ώρα του. Ένα μήνα πριν από την ημερολογιακή λήξη του, μαζεύει τα συμπράγκαλα του κι αγκαζέ με τη ζέστη και τη λιακάδα δρασκελάει το κατώφλι που το χωρίζει από το φθινόπωρο και μας κουνάει το χέρι περίλυπο. Μάλλον το σκέφτεται από τώρα…

Αν η μετά COVID εποχή ήταν αυτή που ζήσαμε όλοι, αν η τρέλα, ο πανικός, η φωτιά, η πλημμύρα, η αλητεία, ο τσαμπουκάς, το θράσος, το έγκλημα, η επίδειξη, η πουτανιά έχουν βγάλει ρίζες και θέριεψαν, τι νόημα έχει ένα ακόμη come back στη γη των Θεών! Μήπως πρόκειται να αλλάξει κάτι; Θα γίνουμε καλύτεροι ή μόνο με ματσέτα θα μας σέβεται ο διπλανός; Θα σιχτιρίζουμε το γείτονα που το κοκόρι του λαλεί απ’ τις έξι και μας χαλάει τη ραστώνη ή θα πάψουμε να πληρώνουμε βδομαδιάτικα για μια θέση στον ήλιο; Θα κοκαλώνουμε το φρένο για να περάσει ο πεζός ή θα γκαζώνουμε τέρμα ακόμα και με κόκκινο;

Έτσι που ήρθαν τα πράγματα, μόνο μια Πείνα μπορεί να διορθώσει τον Νεοέλληνα. Μια Πείνα υπερβατική όσο και πραγματική, σαν αυτή που έστειλε η Θεά Δήμητρα στον Ερεσίχθονα για να τον εκδικηθεί που κατάκοψε το ιερό δέντρο της, τη Λεύκα, μαζί με χίλια άλλα για να χτίσει το παλάτι του. Κι από τη μια στιγμή στην άλλη, εκεί που ο Ερεσίχθονας τα είχε όλα, άρχισε να πεινάει και να καταπίνει ότι έβρισκε μπροστά του. Κι αφού εξάντλησε ότι τρωγόταν στα κελάρια του, έσφαξε τα ζώα του κι όταν τελείωσαν τα ζώα, πούλησε τη κόρη του για ν’ αγοράσει τρόφιμα κι όταν τέλειωσαν κι αυτά ο Ερεσίχθονας άρχισε να τρώει τις σάρκες του μέχρι το φριχτό του τέλος.

Πόσα δέντρα πρέπει να καούν ακόμη, πόσα σπίτια να ισοπεδωθούν, πόση γη να ξεραθεί, αμπέλια να ξεπατωθούν, ποτάμια να στερέψουν για να χορτάσει το ανθρώπινο μάτι; Κι αν η απληστία και η βουλιμία είναι τόσο ανίατες όσο και μεταδοτικές, τι νόημα έχει να συνεχίσει το καλοκαίρι να βολτάρει με πετσέτα θαλάσσης και αντηλιακό με υψηλό δείκτη; Καλύτερα να τα μαζεύει από τώρα κι ούτε ψύλλος στον κόρφο του.

Τα ίδια θα συμβούν και το χειμώνα, οπότε τι νόημα έχει να επιστρέφεις εκεί που οι νεότεροι Ερεσίχθονες δεν σε χρειάζονται; Αν η κούραση του χειμώνα, οι μεγάλες νύχτες, η ζωή στην πόλη, οι αρρώστιες και οι εγκλεισμοί , η ακρίβεια και το αίμα δεν σε κάνουν σοφότερο; τι να σου πουν ο ήλιος, η ζέστη, οι πεντακάθαρες θάλασσες κι οι μουσικές πλάι στο κύμα; Όταν το αίμα βράζει κι ο κόσμος όλος είναι μόνο για σένα, ποιος νοιάζεται για το παιδί του διπλανού που πνίγεται ντυμένο;

Ο Νεοέλληνας αρχίζει να σκέφτεται μόνο με συννεφιά. Αν μάλιστα πιάσουν μπουρίνια, αέρηδες, ψύχρα και κατακλυσμιαίες βροχές, τότε αντιλαμβάνεται το μεγαλείο της μικρότητας του και βιάζεται να τα μαζεύει για να επιστρέψει στο χρυσό δυάρι του όπου αισθάνεται βασιλιάς.

Εκεί θα τρώει τις σάρκες του όλη τη χρονιά, αφού προηγουμένως κατασπαράξει κάθε ζωντανό πλάσμα που συμβιώνει δίπλα του, κι ότι περισσέψει θα μπει ενέχυρο για το επόμενο καλοκαίρι για να φαγωθεί, μπιρ παρά, πλάι στο κύμα φορώντας τα πεδιλάκια του, το σορτσάκι και το τοπάκι του έχοντας στο μπλε προσωπάκι του υπολείμματα από τη λίγη πίτα και το κρέας που δεν πρόλαβε να χωνέψει, την ώρα που ο ίδιος θα φορτίζει το κινητό του αλλάζοντας τα βρεμένα.