Όταν ο οίκτος έχει βαρύ τίμημα

Η καταχρηστική επίκληση του δικαιώματος στο άσυλο οδήγησε στην πλήρη κατάργησή του...
Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου
via Associated Press

No borders! κραύγαζαν οι δικαιωματιστές το ’15, το ‘16, κατά το αποκορύφωμα της μεταναστευτικής κρίσης. Τότε που εκατομμύρια άνθρωποι συνέρρεαν ανεξέλεγκτα εντελώς στην Ευρώπη στ’ όνομα του συριακού εμφυλίου, μ′ όλο που οι περισσότεροι, αποδεδειγμένα πια, δεν είχαν την παραμικρή σχέση μ′ αυτόν. Wir schaffen das! μάς έταζε τότε η Γερμανίδα καγκελάριος. Και ένα σωρό πλοία εθελοντών αλώνιζαν τη Μεσόγειο προς βοήθεια των εισερχομένων.

Η συνέχεια είναι γνωστή. Και κάποιοι είχαμε προειδοποιήσει από τότε. Η καταχρηστική επίκληση του δικαιώματος στο άσυλο οδήγησε στην πλήρη κατάργησή του. Ο ανεδαφικός, ανεγκέφαλος δικαιωματισμός έγινε βούτυρο στο ψωμί της ακροδεξιάς, της καταστολής και της αναλγησίας. Η ουτοπική επαγγελία της κατάργησης των συνόρων και του «κανείς άνθρωπος δεν είναι λαθραίος!», ύψωσε στη θέση των συνόρων αδιαπέραστα τείχη.

Τείχη πρώτα απ′ όλα ψυχικά. Γιατί ποιος να νοιαστεί πια για το κοριτσάκι που αυτές τις μέρες έχασε τη ζωή του στον Έβρο, για τους εκατοντάδες πνιγμένους στη Μεσόγειο, για τους δεκάδες νεκρούς στους ισπανικούς θύλακες της Αφρικής; Ποιος ενδιαφέρεται πλέον; Ποιος θέλει καν ν′ ακούσει γι′ αυτούς;

Κι όμως, σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους θα μπορούσε κάθε χρόνο να προσφέρει ακόμη καταφύγιο η Ευρώπη, αν η πρακτική της τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε απαξιώσει, δεν είχε γελοιοποιήσει τόσο ανήκεστα τον κορυφαίο θεσμό του ασύλου. Αν δεν τον είχε απονομιμοποιήσει πλήρως στα μάτια των έως πρότινος θερμών υποστηρικτών του – των Ευρωπαίων των ίδιων.

Για δεκαετίες, το σύνηθες επιχείρημα των ζηλωτών ήταν ότι η παράνομη μετανάστευση δεν μπορεί να ανακοπεί, ότι είναι κάτι σαν φυσικό φαινόμενο. Οι εξελίξεις τα τελευταία χρόνια έδειξαν ότι το αντίθετο ισχύει: ποτέ δεν ήταν ευκολότερο να αντιμετωπιστεί. Τα σημερινά τεχνικά μέσα επιτρέπουν φύλαξη των συνόρων σε βαθμό πρωτόγνωρο τόσο προληπτικά όσο και κατασταλτικά, το είδαμε και στην πανδημία.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθεί εντελώς η προστασία των πολιτικών προσφύγων! Κάθε άλλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι η τόσο επικρινόμενη για την κατασταλτική μεταναστευτική της πολιτική Αυστραλία, δεν μείωσε τον αριθμό των προσφύγων στους οποίους παρέχει άσυλο όλα αυτά τα χρόνια. Αντίθετα, αποκλείοντας εκείνους που το καταχρώνται, συνέχισε να βοηθά όσους το έχουν όντως ανάγκη.

Η Ευρώπη έχει πράγματι ηθική υποχρέωση μέγιστη να συνεχίσει να παρέχει προστασία στους ανθρώπους που διώκονται πολιτικά. Για να μπορεί όμως να το κάνει πρέπει, πρώτον, να τους διαχωρίσει από εκείνους που δεν είναι τέτοιοι. Και, δεύτερον, να παραδεχθεί το προφανές, ότι ο αριθμός των ανθρώπων στους οποίους μπορεί να παράσχει άσυλο δεν είναι απεριόριστος.

Προϋπόθεση της πραγματικής φιλαλληλίας εντέλει είναι η αυτογνωσία, η επίγνωση ότι δεν γίνεται, ότι κανείς δεν μπορεί να βοηθά τους πάντες ανεξαιρέτως. Ο ανεύθυνος οίκτος που προσφέρεται ρητορικά προς τον ξένο είναι το διαβατήριο (ο Στέφαν Τσβάιχ έχει πολλά να μας διδάξει εδώ) προς την ξενηλασία.

Όχι λοιπόν. Wir schaffen das nicht... Δεν θα τα καταφέρουμε, όπως δεν καταφέραμε τρία χρόνια τώρα να κατατροπώσουμε την πανδημία, παρά τις φωνασκίες των κορωνομάχων, ή όπως δεν θα καταφέρουμε τελικά να υπερασπιστούμε το ιερό δικαίωμα της Ουκρανίας να εισέλθει στο ΝΑΤΟ, παρά την υποτιθέμενη πανστρατιά της Δύσης. Όταν ξεκινάς από τέτοιες επαγγελίες, επόμενο είναι να φας τα μούτρα σου. Και να πάρεις στον λαιμό σου όλους αυτούς που είχαν την ανάγκη ή την αφέλεια να σε εισακούσουν.

Ή μήπως σ′ αυτό ακριβώς προσβλέπει η πολιτική μας τελικά. Να το στρίψει διά του αρραβώνος; Και να απαλλαγεί έτσι μια και καλή από κάθε είδους οχληρή υποχρέωση;