Ανδρος, Τήνος, Αμοργός: Η ιερή τους γεωμετρία κι ένα αλλιώτικο βιβλίο

Φύση και ποίηση δίνουν τα χέρια σ' αυτό το έργο του Αντώνη Κυριαζάνου που δεν σερβίρει ετοιματζίδικη ταξιδιωτική γνώση.
Από το εξώφυλλο του βιβλίου: «Αγαπημένη μου Ιφιγένεια»
Από το εξώφυλλο του βιβλίου: «Αγαπημένη μου Ιφιγένεια»
Στράτος Καλαφάτης / Εκδόσεις Αγρα

Αν περιμένει κανείς να μάθει που μπορεί να φάει, να κοιμηθεί και να απολαύσει το μπάνιο του στην Σύρο, Τήνο, Αμοργό μέσα από το «Αγαπημένη μου Ιφιγένεια. Η τριλογία των νήσων. Τα πρόσωπα και τα πράγματα μιας εποχής» του Αντώνη Κυριαζάνου, τότε μάλλον έχει διαλέξει λάθος βιβλίο.

Ο δημοσιογράφος - συγγραφέας δεν σερβίρει ετοιματζίδικη ταξιδιωτική γνώση. «Τίποτε δεν σου προσφέρεται, θα έλεγα μάλιστα ότι όλα αρχικά σου αντιστέκονται. Και όταν κατακτήσεις κάτι, εκεί, μ′ έναν περίεργο τρόπο, συναντάς, και μέσα από την βαθιά ματιά σου, και τον εαυτό σου. Εννοώ ότι βαθαίνοντας σε οτιδήποτε, συνειδητοποιείς τον Τρόπο σου, καταλαβαίνεις καλύτερα τον εαυτό σου. Αν δεν φοβάσαι…», μας λέει ο ίδιος.

Παρ′ όλα αυτά, στην καρδιά του βιβλίου αυτού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αγρα βρίσκονται τρία νησιά που αγάπησε και θέλησε να τα συστήσει στην νεαρή Ιφιγένεια μ′ έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο. Με μια γνώση ζυμωμένη με τις προσωπικές του αναμνήσεις και προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει κυρίως το αίσθημα που αναδύουν.

Κάπως έτσι η φύση κι η ποίηση συμπορεύονται σ′ ένα προσωπικό ημερολόγιο καταγραφής με φόντο την ιερή γεωμετρία των νησιών αυτών των Κυκλάδων. «Τήνος, Ανδρος, Αμοργός - οι ξερολιθιές τους, τα ξωκλήσια τους, οι σαρδέλες στους τοίχους, η λαξευμένη επιγραφή μιας κρήνης, η Ιερή Γεωμετρία τους, οι ανεμόμυλοι, μια πηγή που μπορεί και κάνει το νερό της κρασί», αναφέρεται στο οπισθόφυλλο ενός «εσωτερικού» βιβλίου που ξεκινάει με την νεαρή Ιφιγένεια να κάθεται αμίλητη στο παράθυρο και να κοιτάει για ώρα μακριά. Κι όταν η γιαγιά της την ρωτάει τι σκέφτεται, εκείνη γυρίζει ατάραχη, την κοιτάει με τα μεγάλα της μάτια και της λέει: «Δεν έχω λόγια...»

- Η Ιφιγένεια είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ποιο είναι και γιατί αποφασίσατε να της απευθυνθείτε μ′ αυτό το βιβλίο;

«Η Ιφιγένεια είναι αυτό που λέμε το παιδί της διπλανής πόρτας. Μεγάλωσε ανάμεσα σε δυο σπίτια, το δικό της και το δικό μας, οι πόρτες μας δεν έκλειναν παρά μόνο το βράδυ και εμένα, μου έδωσε την ευκαιρία να νιώσω πατέρας –αυτό το υπέροχο αίσθημα της πατρότητας. Όπως ο δικός μου πατέρας μου υπέδειξε, με τον τρόπο του τον κόσμο, έτσι κι εγώ θέλησα να της υποδείξω με τον δικό μου τρόπο τον κόσμο. Και οι τρεις επιστολές που της έστειλα από την Τήνο, την Άνδρο, την Αμοργό είχαν αυτό το νόημα. Να της περιγράψω το κάθε νησί όπως το έζησα εγώ και τι με συγκίνησε στο τοπίο και την αύρα του. Οι τρεις αυτές επιστολές αποτελούν και τον πυρήνα του βιβλίου, εξ ου και ο τίτλος: “Η Τριλογία των νήσων”. Και το “Αγαπημένη μου Ιφιγένεια” παραπέμπει στην αρχική προσφώνηση της κάθε επιστολής».

- Γιατί φαίνεται να αιωρείται λίγο η ερώτηση της Ιφιγένειας «Τι υπόθεση έχει αυτό το βιβλίο»; Κι εδώ που τα λέμε, τι υπόθεση έχει;

«Ο,τι ακριβώς υπόθεση έχει και η ζωή μας μια μέρα. Σκέψεις μπλέκονται σε σκέψεις, τοπία εναλλάσσονται στο βλέμμα, ιδέες σφηνώνονται ακάλεστες στην αδράνεια του νου, πρόσωπα και καταστάσεις μπλέκονται και διαλύονται, περνάνε, ξεχνιούνται ή απωθούνται ή και διατηρούνται πεισματικά στη μνήμη. Έχουμε συνηθίσει ένα αφήγημα, μια ταινία ή ακόμη χειρότερα μια τηλεοπτική σειρά, που τώρα είναι και της μόδας, να έχει υπόθεση. Θεωρώ όμως ότι η ζωή δεν έχει, αφού είναι μια διάχυση των πάντων στα πάντα. Κάπως έτσι είναι και το βιβλίο παρ′ ότι διαθέτει και κεφάλαια και διακριτές μεταξύ τους αφηγήσεις. ’Όλο μαζί όμως απηχεί τις πολλές και διαφορετικές σκέψεις της μιας μέρας ή και της ζωής – τόσο διάφορες και ασύμπτωτες μεταξύ τους που όμως στο τέλος συνθέτουν ένα καλώς συγκερασμένον όλον. Και αυτό ακριβώς είναι η κάθε μέρα που περνάμε».

- Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το βιβλίο έχει τον χαρακτήρα ταξιδιωτικού οδηγού για τα νησιά Τήνο, Άνδρο Αμοργό (και Σαλαμίνα); Σε τι θα λέγατε ότι διαφοροποιείται από έναν κλασικό ταξιδιωτικό οδηγό;

«Ένας τουριστικός οδηγός είναι έτσι γραμμένος ώστε να απευθύνεται σε όλους. Αυτός ο “μέσος όρος” στερεί τον αναγνώστη του από το πιο πολύτιμο που είναι η προσωπική ματιά, η υποκειμενική διάθεση, η χρήσιμη εμμονή, η κρυμμένη λεπτομέρεια που καλείται να ανακαλύψει. Η αναφορά του βιβλίου στα νησιά αυτά, είναι ακριβώς αυτό το προσωπικό βλέμμα. Και αν κάποιος θελήσει να δει τα πράγματα που εγώ περιγράφω, ενδεχομένως δεν θα τα βρει –και αν τα βρει δεν θα είναι τα ίδια. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα τα δει όπως τα είδα εγώ. Και θα πρέπει και οφείλει, να αναζητήσει και να συγκροτήσει από τα νησιά (αλλά και από την ζωή) τα δικά του σημεία, τις δικές του διαδρομές, τις δικές του συγκινήσεις –να φτιάξει τον δικό του οδηγό. Ο Μέγας Διάκοσμος που μας περιβάλλει, παραμένει πεισματικά μια προσωπική υπόθεση. ΄Όπως σε έναν κινηματογράφο, στην προβολή της ίδιας ταινίας, κανένας δεν βλέπει το ίδιο έργο».

- Πώς συνδέονται η φύση με την ποίηση - και τα δυο πολύ ζωντανά σ′ αυτό το βιβλίο;

«Έχω την πεποίθηση και το απολαμβάνω, ότι όλα συνδέονται μεταξύ τους. Είναι μια παιδική αίσθηση που την διατηρώ αναλλοίωτη από τότε, ότι όλα ορατά και αόρατα, η ύλη και οι ιδέες, οι σκέψεις και οι πράξεις, όλα όσα βλέπουμε και ότι αισθανόμαστε, με κάποιο τρόπο συνδέονται μεταξύ τους. Ακόμη και οι άνθρωποι της ζωής μας. Όπως ακριβώς τα διαφορετικά όργανα μιας ορχήστρας παράγουν ένα πλούσιο και “γεμάτο” ήχο –αλλά έναν ήχο. Από την άποψη αυτή η φύση και η ποίηση διαθέτουν τους κρυφούς ή φανερούς δεσμούς τους και όντας σημαντικά στοιχεία στην ζωή μου, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από ένα τέτοιο βιβλίο…όπως και από την κάθε μου μέρα».

- Τι μπορεί να ανακαλύψει κανείς για τους τόπους που παρουσιάζονται μέσα από αυτό το βιβλίο το οποίο ενδεχομένως δύσκολα θα μάθαινε;

«Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι για να κατακτήσεις κάτι, πρέπει να ασχοληθείς μαζί του. Τίποτε δεν σου προσφέρεται, θα έλεγα μάλιστα ότι όλα αρχικά σου αντιστέκονται. Και όταν κατακτήσεις κάτι, εκεί, μ έναν περίεργο τρόπο, συναντάς, και μέσα από την βαθιά ματιά σου, και τον εαυτό σου. Εννοώ ότι βαθαίνοντας σε οτιδήποτε, συνειδητοποιείς τον Τρόπο σου, καταλαβαίνεις καλύτερα τον εαυτό σου. Αν δεν φοβάσαι…»

- Δώστε μας μια λέξη για την Τήνο, μια για την Άνδρο, μια για την Αμοργό και μια για την Σαλαμίνα. Ποιο το κοινό συνεκτικό τους νήμα;

«Για κανένα πράγμα δεν διαθέτω μία μόνο λέξη, παραδέχομαι ότι αυτό είναι μια αδυναμία μου. Μ′ αρέσουν οι λέξεις, και στα δέκα μέρη του λόγου, με έμφαση στα ρήματα που πάντα χρησιμοποιώ με απόλαυση κυρίως στην γραφή. Όσο για το συνεκτικό νήμα των νησιών, δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Για μένα έτσι κι αλλιώς όλα συνδέονται μεταξύ τους – ή τα συνδέω εγώ».

- Ποιο θα ήταν το σχόλιο που θα περιμένατε να ακούσετε από την Ιφιγένεια όταν τελείωνε την ανάγνωση αυτού του βιβλίου; Και ποιο το σχόλιο από έναν ενήλικα αναγνώστη;

«Ένα βιβλίο σαν την “Τριλογία” που δεν είναι μυθιστόρημα, διήγημα, νουβέλα, ένα μικρό ή μεγάλο αφήγημα τέλος πάντων, δεν μπορεί παρά να είναι κάτι σαν μήνυμα στο μπουκάλι. Όποιος το βρει, εκεί που θα το βρει, θα είναι μακριά μου. Και εύχομαι το βιβλίο μου, να βρει όποιον το αναζητά. Και να περάσουν και οι δύο καλά –αυτό μου αρκεί».

- Που αποσκοπεί η ημερολογιακή καταγραφή συναισθημάτων και σκέψεων σε σχέση με το εκδοτικό εγχείρημα του βιβλίου στις τελευταίες σελίδες του;

«Ενδεχομένως να περιέλαβα αυτήν την ημερολογιακή καταγραφή επειδή δεν ήθελα να τελειώσω το γράψιμο του βιβλίου. Σαν το παιδί που παίζει ή κοιμάται και δεν θέλει να το διακόψουν και λέει στη μαμά του: πέντε λεπτά ακόμη. Ναι αυτή η επιμήκυνση του βιβλίου θα μπορούσε να είναι αυτή η παράκληση: πέντε λεπτά (ή μερικές σελίδες) ακόμη. Πάντως τις συμπεριέλαβα αυθόρμητα και τις θεωρώ μέρος του βιβλίου επομένως δεν διαθέτω κάποια πειστική εξήγηση».

- Λένε ότι το βιβλίο είναι σαν μια γέννα. Το νιώσατε αυτό;

«Αν μιλάμε για τις ωδίνες το τοκετού όχι, αυτό δεν το ένιωσα. Αν μιλάμε για την χαρά της δημιουργίας, ναι, αυτό το αίσθημα το έζησα, η γραφή του βιβλίου ήταν μια διαδικασία άδολης χαράς. Το βιβλίο κατάγεται από την χαρά μου».

- Τι άλλο έχετε στο συρτάρι; Σκοπεύετε να εκδοθεί επίσης;

«Προφανώς συνεχίζω να γράφω αλλά δεν ξέρω αν αυτό που γράφω θα το εκδώσω. Και οποιαδήποτε σκέψη για το μέλλον, αν θα το εκδώσω, αν θα το αποδεχτεί ο εκδότης, αν θα αρέσει στον αναγνώστη, πώς θα το υποδεχτεί “ο χώρος”, είναι τώρα μακριά από εμένα, άλλωστε τέτοιες σκέψεις μολύνουν την γραφή και χάνεις την χαρά της.. Όταν θα τελειώσω αυτό που γράφω τώρα, αν είναι αληθινό, θα πάει να εκδοθεί μόνο του. Όλα τα κινεί το περιεχόμενο τους. Δεν έχω αγωνία. Εξακολουθώ και γράφω – το Ζεν λέει “να γίνεσαι ότι κάνεις” και αυτό κάνω κι εγώ προς το παρόν: είμαι η γραφή».

Ο Αντώνης Κυριαζάνος
Ο Αντώνης Κυριαζάνος
Στράτος Καλαφάτης / Από το φωτογραφικό λεύκωμα Αρχιπέλαγος (εκδόσεις Αγρα)

Λίγα λόγια για τον Αντώνη Κυριαζάνο από τον ίδιο

Γεννήθηκα το 1957. Επαιξα στους δρόμους της Νίκαιας, ανδρώθηκα στους δρόμους του Πειραιά και μεγαλώνω στους δρόμους της Αθήνας.

(Από το εσωτερικό του βιβλίου)