Την αναστολή για ένα έτος των τελωνειακών δασμών σε βασικά αζωτούχα λιπάσματα που χρησιμοποιούνται στην αγροτική παραγωγή, όπως η ουρία και η αμμωνία, αποφάσισε σήμερα το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια προσπάθεια να μειωθεί το κόστος για τους Ευρωπαίους αγρότες και να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές των τροφίμων και στην επισιτιστική ασφάλεια.
Η απόφαση έρχεται λίγες ημέρες μετά την παρουσίαση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενός ευρύτερου σχεδίου δράσης για τα λιπάσματα και την επισιτιστική ασφάλεια, υπό τον φόβο νέων αναταράξεων στην αγορά τροφίμων λόγω της αύξησης των τιμών ενέργειας, των γεωπολιτικών εντάσεων και της εξάρτησης της Ευρώπης από εισαγόμενα λιπάσματα.
Σύμφωνα με το Συμβούλιο, το μέτρο αναμένεται να εξοικονομήσει περίπου 60 εκατ. ευρώ σε εισαγωγικούς δασμούς, ενώ παράλληλα αποσκοπεί στη μείωση της εξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία στον τομέα των λιπασμάτων και στην ενίσχυση πιο ανθεκτικών και διαφοροποιημένων αλυσίδων εφοδιασμού.
«Η σημερινή απόφαση δίνει στους Ευρωπαίους αγρότες καλύτερη πρόσβαση σε προσιτές και αξιόπιστες προμήθειες λιπασμάτων, κάτι που αποτελεί θετική εξέλιξη τόσο για τον αγροτικό τομέα όσο και για τους Ευρωπαίους καταναλωτές», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, Μάκης Κεραυνός. Όπως πρόσθεσε, η ΕΕ «επιταχύνει ταυτόχρονα την απεξάρτηση από ρωσικά και λευκορωσικά προϊόντα και ενισχύει πιο ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και διεθνείς συνεργασίες».
Στην πράξη, η αναστολή θα εφαρμοστεί μόνο σε προϊόντα που δεν εισάγονται ήδη αδασμολόγητα στην ΕΕ από χώρες που διαθέτουν καθεστώς προτιμησιακής πρόσβασης (MFN). Ωστόσο, προκειμένου να διατηρηθεί ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των παραγωγών της ΕΕ, το μέτρο περιορίζεται σε ποσόστωση που αντιστοιχεί στον όγκο των εισαγωγών MFN το 2024, προσαυξημένο κατά 20% των ποσοτήτων που εισήχθησαν την ίδια χρονιά από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διευκρινίζει ότι η αναστολή δεν θα ισχύει για προϊόντα που εισάγονται από τη Ρωσία, λόγω του πολέμου κατά της Ουκρανίας, ούτε για προϊόντα από τη Λευκορωσία, εξαιτίας της στήριξής της προς τη Μόσχα.
Η Κομισιόν έχει προειδοποιήσει τις τελευταίες εβδομάδες ότι η αύξηση των τιμών φυσικού αερίου και οι αναταράξεις στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για νέα άνοδο στις τιμές των λιπασμάτων και κατ’ επέκταση στα τρόφιμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, το 70%-80% του κόστους παραγωγής αζωτούχων λιπασμάτων εξαρτάται από το φυσικό αέριο, ενώ οι τιμές των αζωτούχων λιπασμάτων στην ΕΕ ήταν τον Απρίλιο του 2026 περίπου 70% υψηλότερες από τον μέσο όρο του 2024.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κομισιόν, το 2024 η ΕΕ εισήγαγε 2 εκατ. τόνους αμμωνίας και 5,9 εκατ. τόνους ουρίας, που χρησιμοποιούνται κυρίως για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων. Επιπλέον, εισήχθησαν ακόμη 6,7 εκατ. τόνοι αζωτούχων λιπασμάτων και μειγμάτων που περιέχουν άζωτο.
Το μέτρο θα τεθεί σε ισχύ την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα παραμείνει ενεργό για έναν χρόνο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρακολουθεί την αγορά λιπασμάτων και, εφόσον χρειαστεί, να προτείνει παράταση ή τροποποίηση του μέτρου.