Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος υπήρξε για τις αρχές ο «Λάμπρος» της 17 Νοέμβρη: ο άνθρωπος που, σύμφωνα με τη Δικαιοσύνη, καθοδηγούσε από το παρασκήνιο μια οργάνωση που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση με δολοφονίες, εκρήξεις και ληστείες. Ο ίδιος αρνήθηκε διαχρονικά τον ρόλο που του αποδόθηκε. Η διαδρομή του, ωστόσο, από τους Λειψούς και το ψευδώνυμο «Μιχάλης Οικονόμου» έως τα 17 ισόβια, παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Υπάρχουν πρόσωπα που η δημόσια εικόνα τους χτίστηκε περισσότερο από τη σκιά τους παρά από την παρουσία τους. Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος είναι ένα από αυτά. Για χρόνια, πριν από την εξάρθρωση της 17 Νοέμβρη, το όνομά του δεν βρισκόταν στα πρωτοσέλιδα. Βρισκόταν στους φακέλους, στις υποψίες, στις αφηγήσεις της Αντιτρομοκρατικής, στις μαρτυρίες ανθρώπων που τον γνώριζαν με άλλο όνομα, σε ένα νησί των Δωδεκανήσων όπου εμφανιζόταν ως ένας διακριτικός, καλλιεργημένος άνθρωπος.

Advertisement
Advertisement

Στους Λειψούς κυκλοφορούσε ως «Μιχάλης Οικονόμου». Στον κόσμο της 17 Νοέμβρη, σύμφωνα με τη δικαστική κρίση, ήταν ο «Λάμπρος». Για τη Δικαιοσύνη ήταν ο αρχηγός, ο καθοδηγητής, ο άνθρωπος πίσω από τις αποφάσεις. Για τον ίδιο, όλα αυτά υπήρξαν μια κατασκευή. Η αντίφαση ανάμεσα στον άνθρωπο που αρνείται και στην ποινή που του επιβλήθηκε είναι ο πυρήνας της υπόθεσης Γιωτόπουλου.

Η σύλληψή του ήρθε στις 17 Ιουλίου 2002 στους Λειψούς, λίγες εβδομάδες μετά την έκρηξη βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού στον Πειραιά, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για την εξάρθρωση της οργάνωσης. Εκείνη η περίοδος ήταν καταιγιστική: γιάφκες, αποτυπώματα, προκηρύξεις, συλλήψεις, απολογίες, ονόματα που για πρώτη φορά έβγαιναν από το σκοτάδι και έμπαιναν στο φως της δημοσιότητας.

Ο Γιωτόπουλος δεν ήταν ένας τυχαίος συλληφθείς. Γεννημένος στο Παρίσι το 1944, με πολιτική διαδρομή στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά και παρελθόν στους αντιδικτατορικούς κύκλους, είχε ζήσει για χρόνια με πολλαπλές ταυτότητες. Το όνομα «Μιχάλης Οικονόμου» δεν ήταν απλώς ένα κοινωνικό ψευδώνυμο. Ήταν, σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί, μέρος μιας παλαιότερης ζωής στην παρανομία, από την περίοδο της δικτατορίας και των οργανώσεων της ένοπλης αντιπαράθεσης.

Στους Λειψούς, όμως, η ιστορία του είχε και μια σχεδόν σουρεαλιστική πλευρά. Η σύντροφός του, Μαρί-Τερέζ Πεϊνό, διατηρούσε εκεί εξοχική βίλα χρώματος ροζ. Το σπίτι είχε προκαλέσει αντιδικία με τον δήμο λόγω του χρώματός του, καθώς ξέφευγε από την κυκλαδίτικη, λευκή αισθητική που θεωρείται αυτονόητη στα νησιά. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια, ενώ υπέρ του χρώματος είχαν ταχθεί πρόσωπα των γραμμάτων και των τεχνών. Μετά τις αποκαλύψεις για τη 17Ν, το ροζ σπίτι απέκτησε άλλο βάρος: από αρχιτεκτονική παραφωνία έγινε σημείο ενδιαφέροντος, σχεδόν σύμβολο της διπλής ζωής που αποδόθηκε στον Γιωτόπουλο.

Το κατηγορητήριο που βρέθηκε στην πλάτη του ήταν βαρύ όσο λίγα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Του αποδόθηκε ηθική αυτουργία σε δεκαεπτά δολοφονίες, καθώς και συμμετοχή σε εκρήξεις, ληστείες και στη δράση της 17 Νοέμβρη. Η οργάνωση, από τη δολοφονία του σταθμάρχη της CIA Ρίτσαρντ Γουέλς το 1975 έως τις επιθέσεις των επόμενων δεκαετιών, είχε αφήσει πίσω της νεκρούς, τραύματα και μια διαρκή αίσθηση ατιμωρησίας. Ανάμεσα τους και ο Παύλος Μπακογιάννης.

Στην πρωτόδικη απόφαση, ο Γιωτόπουλος καταδικάστηκε σε 21 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη. Στο Εφετείο η ποινή του μειώθηκε σε 17 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη. Η μείωση του αριθμού των ισοβίων δεν άλλαξε την ουσία: παρέμενε ένας από τους βαρύτερα καταδικασμένους κρατούμενους στην Ελλάδα.

Advertisement

Η δικαστική απόφαση τον περιέγραψε ως ηγετική φυσιογνωμία. Ο ίδιος, από την πρώτη στιγμή, αρνήθηκε ότι υπήρξε αρχηγός της 17 Νοέμβρη. Η στάση του δεν άλλαξε ούτε στα δικαστήρια ούτε στα χρόνια της φυλακής. Δεν επέλεξε τη μετάνοια, ούτε τη δημόσια αποκήρυξη με τον τρόπο που θα ζητούσε το κράτος από έναν καταδικασμένο για τρομοκρατία. Επέλεξε την άρνηση του κατηγορητηρίου, την πολιτική και νομική αντιπαράθεση, τις επιστολές, τα αιτήματα άδειας και υφ’ όρον απόλυσης.

Στη φυλακή, η εικόνα του έγινε διαφορετική. Ο «Λάμπρος» της δικογραφίας έγινε ο ηλικιωμένος κρατούμενος που διαβάζει, σπουδάζει, γράφει και καταγγέλλει. Ο Γιωτόπουλος απέκτησε μέσα από τη φυλακή μεταπτυχιακό και διδακτορικό στα μαθηματικά, με σπουδές σε γαλλικό πανεπιστήμιο. Το στοιχείο αυτό χρησιμοποιήθηκε συχνά από όσους υποστήριζαν ότι πληροί τις προϋποθέσεις για ευεργετικούς υπολογισμούς ποινής ή για υφ’ όρον απόλυση. Από την άλλη, τα αρμόδια συμβούλια απέρριψαν επανειλημμένα αιτήσεις του, με σκεπτικό που, σύμφωνα με δημοσιεύματα, στάθηκε και στην έννοια της «κατ’ επίφαση καλής διαγωγής».

Το 2022 πήρε την πρώτη του άδεια μετά από περίπου 20 χρόνια κράτησης. Το 2024 έλαβε ξανά εξαήμερη άδεια, με υποχρέωση να εμφανίζεται καθημερινά στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής όπου διέμενε. Η άδεια δεν ήταν αποφυλάκιση. Ήταν όμως μια συμβολική μετατόπιση: ο άνθρωπος που για δύο δεκαετίες έμενε πίσω από τους τοίχους του Κορυδαλλού, έβγαινε έστω προσωρινά από τη φυλακή.

Advertisement

Τα τελευταία χρόνια, το ζήτημα της υφ’ όρον απόλυσής του επανέρχεται περιοδικά. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι, λόγω πραγματικής έκτισης ποινής, ηλικίας, σπουδών και ευεργετικών υπολογισμών, θα έπρεπε να έχει αποφυλακιστεί υπό όρους. Οι αιτήσεις του, ωστόσο, έχουν απορριφθεί. Η πλευρά του μιλά για αυθαιρεσία και επιλεκτική σκληρότητα. Η άλλη πλευρά βλέπει έναν αμετανόητο καταδικασμένο για τρομοκρατία, του οποίου η διαγωγή δεν μπορεί να κριθεί μόνο από την τυπική συμπεριφορά μέσα στη φυλακή.

Η υπόθεση Γιωτόπουλου δεν είναι πια μόνο ποινική. Είναι και πολιτική, ιστορική, συμβολική. Για τις οικογένειες των θυμάτων της 17 Νοέμβρη, το όνομά του συνδέεται με μια ανοιχτή πληγή. Για ένα κομμάτι του νομικού κόσμου, η περίπτωσή του ανοίγει ερωτήματα για τα όρια της ποινής, της υφ’ όρον απόλυσης και της ίσης μεταχείρισης των κρατουμένων. Για την κοινωνία, παραμένει ένα πρόσωπο που δύσκολα αποσπάται από το συλλογικό τραύμα της τρομοκρατίας.

Το προφίλ του, τελικά, δεν είναι μονοδιάστατο. Είναι ο άνθρωπος με τα ψευδώνυμα. Ο Γιωτόπουλος, ο «Λάμπρος», ο «Μιχάλης Οικονόμου». Είναι ο καταδικασμένος ως αρχηγός της 17Ν και ταυτόχρονα ο κρατούμενος που εξακολουθεί να αρνείται την κατηγορία. Είναι ο ηλικιωμένος φυλακισμένος με σπουδές στα μαθηματικά και ο άνθρωπος που κουβαλά στην πλάτη του 17 ισόβια. Είναι ο κάτοικος των Λειψών με το ροζ σπίτι που έγινε θρύλος και ο πρωταγωνιστής μιας από τις πιο βαριές δικογραφίες της Μεταπολίτευσης.

Advertisement

Αν κάτι κάνει την υπόθεσή του να παραμένει επίκαιρη, δεν είναι μόνο η πιθανότητα μιας αποφυλάκισης ή μιας νέας αίτησης. Είναι ότι στο πρόσωπό του συμπυκνώνεται ένα δύσκολο ερώτημα: πώς αντιμετωπίζει ένα κράτος δικαίου έναν άνθρωπο που έχει καταδικαστεί για εγκλήματα που σημάδεψαν μια χώρα, όταν αυτός έχει εκτίσει δεκαετίες στη φυλακή, επιμένει στην αθωότητά του και διεκδικεί τα δικαιώματα που προβλέπει ο νόμος;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Ούτε μπορεί να δοθεί χωρίς μνήμη. Γιατί πίσω από κάθε νομική συζήτηση υπάρχουν οι νεκροί της 17 Νοέμβρη, οι οικογένειές τους και μια κοινωνία που έζησε για χρόνια με την αίσθηση ότι μια οργάνωση μπορούσε να σκοτώνει, να εξαφανίζεται και να επιστρέφει με προκήρυξη.

Ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος παραμένει, ακόμη και σήμερα, ένα από τα πιο φορτισμένα ονόματα αυτής της ιστορίας. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που κάθε είδηση γύρω από την υγεία του, τις άδειές του ή τα αιτήματα αποφυλάκισής του δεν διαβάζεται ποτέ ως απλή δικαστική εξέλιξη. Διαβάζεται ως υπενθύμιση μιας φρικιαστικής εποχής, που η Ελλάδα προσπαθεί ακόμη να εξηγήσει και να κρίνει. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αφήσει πίσω της.

Advertisement

Οι δολοφόνοι της 17 Νοέμβρη, αποβράσματα ή καθάρματα όπως τα έλεγα με δυνατή φωνή για χρόνια από το ραδιόφωνο του ΑΝΤ1 μέχρι να συλληφθούν, θα είναι πάντοτε στιγματισμένοι στη συνείδησή μας χωρίς καμία απολύτως διάθεση συγχώρεσης.

Advertisement